Θα πρέπει να συνδεθείτε για να μπορείτε να δημοσιεύσετε στο φόρουμ.

Η αχαριστία

Kάποτε σ’ ένα χωριό ήταν ένας φτωχός αγρότης που όλο γκρίνιαζε και παραπονιόταν για την φτώχια του και τα προβλήματά του, έβριζε τους πάντες στο μικρό χωριό που ζούσε.

Μεθούσε κάθε μέρα, μια μέρα εξοργίστηκε τόσο πολύ που χτύπησε ένα γεροντάκι, το βράδυ μεθυσμένος κατηφόριζε για το φτωχικό του σπίτι, μονολογούσε στον δρόμο, δεν υπάρχει θεός, όλα στραβά μου πάνε, δεν είναι ζωή αυτή, δεν έχω να φάω, δεν έχω παπούτσια, πάλι σε αυτό το παλιο-κάλυβο θα κοιμηθώ, δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να βρίζει και να γκρινιάζει, το ίδιο το βράδυ έπιασε μια καταιγίδα, δεν άφησε στο πέρασμά της τίποτα, γκρέμισε όλα σχεδόν τα σπίτια στο χωριό,, εκτός από το καλυβάκι του αχάριστου ανθρώπου.

Όλοι οι χωριανοί απόρησαν μ’ αυτό που έβλεπαν μπροστά τους, το καλυβάκι άθικτο και τον αχάριστο να κοροϊδεύει τους χωριανούς του για την ζημιά που έπαθαν από την καταιγίδα.

Την άλλη μέρα πήγε στην πλατεία του χωριού να ζητιανέψει όπως συνήθιζε, ένας χωριανός του τον πλησίασε και του έδωσε ένα ζευγάρι παπούτσια και λίγο ψωμί, λεφτά δώσε τι να τα κάνω τα παπούτσια και το ψωμί; Καλύτερα δος μου κρασί να πιω, όλη την ημέρα την σπαταλούσε στο να τεμπελιάζει, να μεθά και να βρίζει, την επόμενη μέρα πήγε στο χωραφάκι που είχε, έκπληκτος αντίκριζε στο χωράφι του να ‘νε γεμάτο πατάτες, πάρα πολλές.

Η αχαριστία αυτού του ανθρώπου είχε ξεπεράσει κάθε όριο, άρχιζε να οδύρεται και να φωνάζει, τι να της κάνω τόσες πατάτες, ποιος θα τις μαζέψει, δουλειά είναι αυτή;

Και ενώ τα χρόνια περνούσαν και σπατάλησε τα καλύτερα του χρόνια με συντροφιά την αχαριστία και το μίσος και πλήρωσε τα λάθη του και τα πάθη του, ένα βράδυ δεν τον έπιανε ο ύπνος, τα χρόνια πέρασαν, άρχιζε να αναγνωρίζει τα λάθη του, τα μάτια του βούρκωσαν, η σκέψη του πιο καθαρή για πρώτη φορά στη ζωή του, μετά από 70 χρόνια μετάνιωσε, για όλα που χαράμισε, το πολυτιμότερο δώρο της ζωής του, τα νιάτα και συγχρόνως περνούσαν από τα μάτια του οι εικόνες σαν ταινία, πόσο κακό έκανε τόσα χρόνια, πρώτα στον ίδιο του τον εαυτό και έπειτα στους συνανθρώπους του, αλλά συγχρόνως ευχαριστούσε για πρώτη φορά τον Θεό που του έδωσε την ευκαιρία έστω και στα εβδομήντα να συνειδητοποιήσει το λάθος του.