FORUM

 

Πλοήγηση forum
Θα πρέπει να συνδεθείτε για να μπορείτε να δημοσιεύσετε στο φόρουμ.

Το ποίημα της ημέρας

Άλλο τραγούδι

Έσβησε τ’ όνειρο για πάντα!
Στη βροχερή τη νύχτα
μαθαίνει η καρδιά μου
την τραγωδία τη φθινοπωρινή
που τα δέντρα αργοστάζουν

Και μες στη γλυκειά θλίψη
του τοπίου που πεθαίνει
κοπήκανε οι φωνές μου
Έσβησε το όνειρο για πάντα.
Για πάντα!Θεέ μου!
Κι όλο πέφτει το χιόνι
στον έρημο κάμπο
της ζωής μου,
κι η πλάνη
που πάει μακρυά,φοβάται
μην παγώσει ή μην χαθεί

Πώς μου λέει το νερό
πως το όνειρο έσβησε για πάντα!
Είναι τ’ όνειρο απέραντο;
Η ομίχλη το κρατάει
κι η ομίχλη δεν είν’ άλλο
παρά η κούραση μόνο του χιονιού.

Ο ρυθμός μου ολοένα τραγουδάει
πως το όνειρο έσβησε για πάντα
Και μες στο αχνό το βράδυ
μαθαίνει η καρδιά μου
την τραγωδία τη φθινοπωρινή
που τα δέντρα αργοστάζουν.

Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα

Ο/η NPeriodiko αντέδρασε σε αυτήν την ανάρτηση.
NPeriodiko

Τα παράθυρα

 

Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ

μέρες βαριές, επάνω κάτω τριγυρνώ

για νάβρω τα παράθυρα. – Όταν ανοίξει

ένα παράθυρο θάναι παρηγορία. –

 

Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ

να τα βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.

 

Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.

Ποιος ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.

 

Κωνσταντίνος Καβάφης

Τα είδωλα

Άχαρή μου χαρά, φτωχοί μου στίχοι

της ζωής μου ακριβό, κρυφό καμάρι,

από καθάριο βγάζεται ζυμάρι

κι΄ είσαστε γεννημένη όπως τύχει.

 

Δεν κελαηδήτε ανούσιοι κι΄ άσκοποι ήχοι

σαν τραγούδι ελαφρόμυαλου ερωτιάρη,

μα κι΄ ούτε παραιτάτε το συρτάρι

να βρήτε αγοραστή τόσο τον πήχυ.

 

Γιατί είσαστε ψυχούλες και κορμάκια

των παθών και των πόνων μου, που πλήθια

πικρά μ΄ εσυχνοπότισαν φαρμάκια.

 

Είδωλα είναι οι χαρές , καημός η αλήθεια

και αλήθεια είν΄ η ζωή. Μα τι με μέλει!!

θωρώ εσάς κι΄ ο καημός γίνεται μέλι.

Λορέντσος Μαβίλης

Όσο μπορείς

 

Κι αν δε μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,

τούτο προσπάθησε τουλάχιστον

όσο μπορείς : μην την εξευτελίζεις

μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,

μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

 

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,

γυρίζοντας συχνά κ΄εκθέτοντάς την

στων σχέσεων και των συναναστροφών

την καθημερινή ανοησίαν,

ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

 

Καβάφης.

Της Αγια Σοφιάς

Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆς, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια,
σημαίνει κι ἡ Ἁγιά-Σοφιά, τὸ μέγα μοναστήρι,
μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι ἑξήντα δυὸ καμπάνες,
κάθε καμπάνα καὶ παπᾶς, κάθε παπᾶς καὶ διάκος.

Ψάλλει ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης,
κι ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν ψαλμουδιὰ ἐσειόντανε οἱ κολόνες.
Νὰ μποῦνε στὸ χερουβικὸ καὶ νά ῾βγει ὁ βασιλέας,
φωνὴ τοὺς ἦρθε ἐξ οὐρανοῦ κι ἀπ᾿ ἀρχαγγέλου στόμα:
«Πάψετε τὸ χερουβικὸ κι ἂς χαμηλώσουν τ᾿ Ἅγια,
παπάδες πᾶρτε τὰ ἱερὰ καὶ σεῖς κεριὰ σβηστῆτε,
γιατί ῾ναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψει.

Μόν᾿ στεῖλτε λόγο στὴ Φραγκιά, νὰ ῾ρθοῦν τρία καράβια,
τό ῾να νὰ πάρει τὸ σταυρὸ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ βαγγέλιο,
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο, τὴν ἅγια Τράπεζά μας,
μὴ μᾶς τὴν πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μᾶς τὴ μαγαρίσουν».

Ἡ Δέσποινα ταράχτηκε καὶ δάκρυσαν οἱ εἰκόνες.
«Σώπασε κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴ πολυδακρύζῃς,
πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ῾ναι».

Δημοτικο

ΜΥΓΔΑΛΙΑ

Κι ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ καταλάβω

πῶς μπορεῖ νὰ πεθάνει μία γυναῖκα

ποὺ ἀγαπιέται.

 

Ἔχει στὸν κῆπο μου μιὰ μυγδαλιὰ φυτρώσει

κι εἶν᾿ ἔτσι τρυφερὴ ποὺ μόλις ἀνασαίνει·

μὰ ἡ κάθε μέρα, ἡ κάθε αὐγὴ τηνε μαραίνει

καὶ τὴ χαρὰ τοῦ ἀνθοῦ της δὲ θὰ μοῦ δώσει.

 

Κι ἀλοίμονό μου! ἐγὼ τῆς ἔχω ἀγάπη τόση...

Κάθε πρωὶ κοντά της πάω καὶ γονατίζω

καὶ μὲ νεράκι καὶ μὲ δάκρυα τὴν ποτίζω

τὴ μυγδαλιὰ πού ῾χει στὸν κῆπο μου φυτρώσει.

 

Ἄχ, τῆς ζωούλας της τὸ ψέμα θὰ τελειώσει·

ὅσα δὲν ἔχουν πέσει, θὰ τῆς πέσουν φύλλα

καὶ τὰ κλαράκια της θὲ ν᾿ ἀπομείνουν ξύλα.

Τὴν ἄνοιξη τοῦ ἀνθοῦ της δὲ θὰ μοῦ δώσει

 

Κι ὅμως ἐγὼ ὁ φτωχὸς τῆς εἶχ᾿ ἀγάπη τόση...

Κώστας Καρυωτάκης

 

Τί να σου πω, φθινόπωρο…

 

Τί να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα

της πολιτείας και φτάνεις ώς τα νέφη τ’ ουρανού;

Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,

φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.

 

Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις

στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,

αστέρια με το μέτωπο, με της χρυσής σου χλαίνης

το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,

είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,

ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα φανταστικά,

χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,

γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά…

 

Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,

τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.

Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα, οι οπώρες,

ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

Κώστας Καρυωτάκης

Στὴν ὕλη εἰσχώρησα οὐρλιάζοντας

Δυὸ θάλασσες μὲ κυνηγοῦν: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος
δυὸ ρεύματα π᾿ ἀνάθεματα στὴν καρδιὰ μου...
Ψάχνω γιὰ νὰ βρῶ μέσ᾿ στὸ σκυλοπιωμένο κεφάλι μου
δεύτερη κτητικὰ ἀντωνυμία
δὲ βρίσκω - νοημοσύνη. Δὲ μαρμάρωσα τίποτα
Νὰ παίζουμε τοὺς ἀνέμους
νὰ παίζουμε γλυκὰ τοὺς κολασμένους
Τί βρέφος ἠδυνόμενο τὸ ποίημα
κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς
μ᾿ ἕνα πορτοκαλένιο σωβρακάκι
κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα
Ἡ τέχνη μας ἡ φριχτότερη τοῦ ἐγὼ μεταμφίεση.

Νίκος Καρούζος

Δεκέμβρης του 1903

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω-

αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη , για τα μάτια

όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,

ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,

οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου, ταις λέξεις και

ταις φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν εις όποιο θέμα κι’αν περνώ,

όποιαν ιδέα κι αν λέγω.

Κ.Π Καβάφης

ΧΕΙΜΩΝΑΣ


Τί ὡραῖα ποὺ μαραθῆκαν τὰ λουλούδια
τί τέλεια ποὺ μαραθῆκαν
κι αὐτὸς ὁ τρελὸς νὰ τρέχει στοὺς δρόμους
μὲ μιὰ φοβισμένη καρδιὰ χελιδονιοῦ
χειμώνιασε καὶ φύγανε τὰ χελιδόνια
γέμισαν οἱ δρόμοι λάκκους μὲ νερὸ
δυὸ μαῦρα σύννεφα στὸν οὐρανὸ
κοιτάζονται στὰ μάτια ἀγριεμένα
αὔριο θὰ βγεῖ στοὺς δρόμους καὶ ἡ βροχὴ
ἀπελπισμένη
μοιράζοντας τὶς ὀμπρέλλες της
τὰ κάστανα θὰ τὴ ζηλέψουν
καὶ θὰ γεμίσουν μικρὲς κίτρινες ζαρωματιὲς
θὰ βγοῦν κι οἱ ἄλλοι ἔμποροι
αὐτὸς ποὺ πουλάει τ᾿ ἀρχαῖα κρεβάτια
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὶς ζεστὲς-ζεστὲς προβιὲς
αὐτὸς ποὺ πουλάει τὸ καυτὸ σαλέπι
κι αὐτὸς ποὺ πουλάει θῆκες ἀπὸ κρύο χιόνι
γιὰ τὶς φτωχὲς καρδιές.

Μ.Σαχτούρης

Πατρίδα

Πάλε ξυπνάει της άνοιξης τ᾿ αγέρι

στην πλάση μυστικής αγάπης γλύκα,

σαν νύφ᾿ η γη, πόχει άμετρα άνθη προίκα,

λάμπει ενώ σβηέται της αυγής τ᾿ αστέρι.

 

Πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι,

εδώ βουίζει μέλισσα, εκεί σφήκα·

τη φύση στην καλή της ώρα εβρήκα,

λαχταρίζει η ζωή σ᾿ όλα τα μέρη.

 

Κάθε μοσχοβολιά και κάθε χρώμα,

κάθε πουλιού κελάηδημα ξυπνάει

πόθο στα φυλλοκάρδια μου κι ελπίδα

να σού ξαναφιλήσω τ᾿ άγιο χώμα,

να ξαναϊδώ και το δικό σου Μάη,

όμορφή μου, καλή, γλυκιά πατρίδα.

 

Λορέντζος Μαβίλης

Ντίνος Χριστιανόπουλος - Η θάλασσα 

 

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.

Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους –

μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,

γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα,

ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.

Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια

Μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.

Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα

Γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.

Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:

χίλιοι τη χαίρονται – ένας την πληρώνει.

Κωστής Παλαμάς - Το καλοκαίρι

 

Απ' το κανάλι οι πάσσαρες με τ' απλωτά πανιά

γυρίζουν πρίμα,

μας φέρνουν τα ζακυθιανά λουλούδια τ' ακριβά,

το πέρασμά τους γλύκανε κ' εσένα, πικρό κύμα!

 

Και πιο καλοπιθύμητα και πιο φανταχτερά

κι από τα κρίνα,

πάσσαρες γοργοσάλευτες, με τ' άσπρα σας φτερά,

μας φέρνετε τ' αγόρια μας

απ' τη μεγάλη Αθήνα.

 

Κι ανοίχτε, λιακωτά, χλωρά, φουντώστε, πασκαλιές,

του πόθου τη σκόλη˙

και σείστε τα μαντήλια σας ανάερα, λιγερές˙

παραμονεύουν οι έρωτες˙ ετοιμαστήτε, μώλοι,

 

το καλοκαίρι μύρισε˙ προσμένουν οι αμμουδιές

και τα πρυάρια,

πριν έμπης, άθεη χειμωνιά, να γίνουν εκκλησιές˙

οι ερωτεμένοι λειτουργοί και τα φιλιά τροπάρια.

Κώστας Κρυστάλλης - Ὁ τρύγος

Ὅταν ἀνθίζ᾿ ἡ ἀγριάμπελη κι ἁπλώνει τὰ κλαδιά της

στὸ σκῖνο, στὸ χαμόδενδρο, στοῦ πεύκου τὰ κλωνάρια,

στὰ ρέματα τοῦ ποταμοῦ, στὸν ἐγκρεμὸ τοῦ βράχου,

κι ἀγέραν, κάμπους καὶ βουνά, τὴν πλάση πέρα ὡς πέρα

γιομόζει ἀπὸ μοσκοβολιὰ μὲ τὸν ἀνασασμό της,

πυκνὸ - πυκνὸ κι ὁλόμαυρο μελισσολόι πετιέται

μὲς ἀπὸ βράχους καὶ κρινιά, μὲς ἀπὸ ἐρμιὲς καὶ κήπους,

καὶ τ᾿ ἄνθη της βοσκολογᾷ καὶ παίρνει τὸν ἀχνό τους,

καὶ διαλαλάει μ᾿ ἕνα βοητὸ τὸν ἀναγαλιασμό του.

 

Ἔτσι οἱ κοπέλες τοῦ χωριοῦ πετιοῦνται ἀπὸ τὰ σπίτια

κ᾿ εἰς κάμπους κ᾿ εἰς βουνὰ σκορποῦν, κι ὅπ᾿ εἶναι ἀμπέλι τρέχουν

μὲ τὰ καλάθια τὰ πλεχτὰ καὶ μὲ τὰ βατοκόπια

καὶ μὲ τραγούδια, μὲ χαρές, ὅταν ἀρχίζει ὁ τρύγος.

Ἀναταράζονται οἱ ἐρμιές, ἀχολογοῦν τ᾿ ἀμπέλια,

λὲς κι ἀπὸ κάθε πέτρα ὀρθή, λὲς κι ἀπὸ κάθε βάτον,

ὅπου στὸ χόρτο σέρνεται, κόρης κορμὶ φυτρώνει.

 

Πράσινη ἁπλώνεται ἡ φυτιὰ κ᾿ οἱ ρόγες μεστωμένες,

μαῦρες καὶ κίτρινες, ξανθιές, μαυρολογοῦν, γιαλίζουν

στὴν πρώτη ἀχτίδα τοῦ ζεστοῦ τοῦ ἥλιου ὅπ᾿ ἀνατέλλει,

σὰν μαῦρα μάτια, σὰν χοντρὰ κλωνιὰ μαργαριτάρια.

Οἱ βέργες οἱ καμαρωτὲς λαμποκοποῦν κ᾿ ἐκεῖνες,

κ᾿ οἱ περογλιὲς ξαπλώνονται στὰ διάπλατα κρεββάτια,

καὶ στὴν πυκνή τους χλωρασιὰ καὶ στὸ βαθύ τους ἴσκιο

τὴν ἱδρωμένην ἀργατιὰ δροσίζουν, ἀνασαίνουν,

τὴν ἀργατιὰ ποὺ ὁλημερὶς ὅλο τρυγάει κι ἁπλώνει,

 

Τὴν ἀργατιὰ ποὺ λαχταρᾷ πότε νὰ πέσει ὁ ἥλιος,

πότε νὰ ἰσκιώσουν τὰ ριζά, νὰ δροσερέψει ὁ κάμπος.

 

Νάτος ὁ ἥλιος ποὺ ἔπεσε καὶ πάει νὰ βασιλέψει,

νάτα ποὺ ἰσκιῶσαν τὰ ριζὰ καὶ δροσερεύει ὁ κάμπος...

 

O ἥλιος χάθη ὁλότελα καὶ τὰ βουνὰ σουρπώσαν,

θόλωσαν τ᾿ ἀνοιχτὰ νερὰ κι ἀπάνω βγῆκαν τ᾿ ἄστρα...

 

Διπλὰ ἀνασαίν᾿ ἡ ἐργατιὰ κι ἀπαρατάει τὸ ἔργο,

κ᾿ ἐκεῖ ποὺ κληματόβεργες κι ἀπὸ παλιούργια φράχτες

καλύβι ὁλόρθο πλέκουνε, δεῖπνον ἁπλὸ κυκλώνουν,

καὶ τὸν ἁπλὸ τὸ δεῖπνο τους φωτάει θαμπὸ λυχνάρι.

 

Ὕστερα εἰς κάθε μιὰ φυτιά, κάθε ὄχτο, κάθε ἀμπέλι,

τρανὲς ἀνάβουνε φωτιὲς μὲς στ᾿ ἁπλωτὸ σκοτάδι.

Ὀλοῦρ᾿ - ὀλοῦρ᾿ ἀπ᾿ τὶς φωτιὲς σταίνουν χορὸ οἱ κοπέλες,

στρώνονται χάμου οἱ γέροντες κ᾿ οἱ νιοί, κι ἀπ᾿ ὅλους ἕνας

τοὺς συνοδεύει στὸ χορὸ μ᾿ ἕνα ἁπαλὸ τραγούδι

καὶ μ᾿ ἕνα λάλημα γλυκὸ - γλυκὸ τοῦ ταμπουρᾶ του.

Ὥσπου τ᾿ ἀστέρια τ᾿ οὐρανοῦ τὸ μεσονύχτι δείχνουν,

καὶ τότες οἱ χοροὶ χαλοῦν, σκορπᾶν οἱ δουλευτάδες.

Στρώνουν γιὰ στρώματα κλαδιὰ κι ἀποσταμένοι γέρνουν.

 

Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ σβήνουν οἱ φωτιές, ἔρμες ἀνάρια - ἀνάρια,

τὸ νυχτοπούλι τ᾿ ἄγρυπνο γλυκὰ τοὺς νανουρίζει,

ὥσπου νὰ σκάσει ὁ αὐγερινός, ποὺ θὰ ξυπνίσουν πάλι,

πάλι στὸ ἔργο τους νὰ μποῦν, στὸν ζηλεμένο τρύγο.

Γιώργος Σεφέρης  -  Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο

 

Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι

σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει

γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια

στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε

στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν

στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως

σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι

στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές

καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν

χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.

Γυρίσαμε· πάντα κινάμε για να γυρίσουμε

στη μοναξιά, μια φούχτα χώμα, στις άδειες παλάμες…