Μάτι 31-7-2018

0

Η ώρα 5.30, ξύπνησα χωρίς ρολόι. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Τι θα δω εκεί, με τι εικόνες, θυμούς και ενοχές θα γεμίσει το μυαλό και ψυχή μου; Ετοιμάζω το σπίτι, το φαγητό, η κόρη μου με αποχαιρετά χωρίς να ξέρει την ώρα, ξέρει πού πάω κι οι τέσσερις ξέρουν…

Έχω τα παιδιά μου υγιή! Θεέ μου πόσο σε ευχαριστώ, η σκέψη αυτή μου δίνει δύναμη!

Πάω σε ένα μέρος που τα παιδιά σταμάτησαν να χαμογελούν, πάω σε ένα μέρος που τα παιδιά απότομα έγιναν ενήλικες και κάποια, ψυχές στον ουρανό, άγγελοι ξανά! Άγγελοι ξανά! Είναι ευχή ή κατάρα άραγε να επιστρέφεις στο Θεό, εκεί που ανήκεις, από εκεί που ξεκίνησες; Είναι ευχή ή κατάρα να πεθαίνεις για να πας κοντά του, ακόμη κι έτσι… Τα μάτια μου γεμίζουν, βαθιά ανάσα κι έφυγα!

Στο αμαξοστάσιο του Δήμου Γλυφάδας εθελοντές πυροσβέστες, εθελοντές απλοί άνθρωποι που το μόνο που τους νοιάζει είναι να προσφέρουν!

Κάποιος στο ρεπό του, κάποιος σκαστός κοπανατζής από τη δουλειά, άλλος σε άδεια, σε σύνταξη, άλλος Έλληνας κάτοικος εξωτερικού που ήρθε στην Ελλάδα για διακοπές. Άνθρωποι που θα μπορούσαν να κάθονται στο σπίτι τους αραχτοί, στις παραλίες, στη βολή τους κι όμως ήμασταν όλοι εκεί!

Μάτι 9.00 πμ 31-7-2018

Χρειάζεται να ξεπεράσεις τον πόνο και την απόγνωση της πρώτης ματιάς για να καταφέρεις να βρεθείς εκεί! Η λέξη καταστροφή δεν ομολογεί αλήθειες, παρά μόνο φτωχή στέκει μπροστά σε ετούτο το τοπίο. Η μυρωδιά του καμένου μπαίνει μέσα σου και παγώνει κάθε ελπίδα. Η ζωή έχει φύγει από εδώ, ο χρόνος κυλά λες και δεν θα γεννηθεί ποτέ ξανά σε ετούτο τον τόπο χαμόγελο, παιδί, κλάμα χαράς, τίποτα , άδειο τοπίο, νεκρή γη.

Ακούω τα τζιτζίκια. Πώς ζουν αναρωτιέμαι, πώς τρέφονται πώς βρίσκουν κουράγιο και τραγουδούν. Ένα ελικόπτερο πηγαινοέρχεται σαν το χάρο που ψάχνει μισοπεθαμένα κορμιά να πάρει μαζί του.

Οι κουβέντες ενός εθελοντή πυροσβέστη λίγες….

“Είμαι από την πρώτη μέρα εδώ. Αυτοκίνητα ένα με την άσφαλτο, άνθρωποι δεν ήξεραν που πήγαιναν, τι έκαναν, τι να κάνουν!”

Κοιτάζω γύρω μου, σπίτια, κολώνες κηδειόχαρτα παντού, νεκροί παντού κι οι ζωντανοί πεθαμένοι είναι, το ξέρουν το νιώθουν. Μια πόλη νεκρή, μια πόλη που μοιάζει να έχει χάσει κάθε ελπίδα!

Απελπίστηκα, δεν υπάρχει κάτι εδώ για να γράψεις, δεν υπάρχει τίποτε εδώ για να πεις, τίποτε για να σώσεις! Ήθελα να φύγω για κάποια δευτερόλεπτα, να σώσω εμένα, να μην με ρουφήξει ο θάνατος!

Ο οδηγός μας μοίρασε τσουγκράνες, φτυάρια, γάντια, μάσκες κι όλοι μας αρχίσαμε να καθαρίζουμε. Περιπολικά, πυροσβεστικά, αμάξια του δήμου περνούσαν συνέχεια μαζί με διάφορα επιβατηγά που οι περισσότεροι οδηγοί ρωτούσαν πού ήταν η εκκλησία…

Πόσο μάταιο μου φαινόταν όλο αυτό! Να καθαρίζεις μια πόλη άδεια, μια πόλη με σπίτια καμένα, που θρηνεί πόσα θύματα, μαύρη, σιωπηλή και μόνη! Κανείς δεν ήταν στα σπίτια του, άλλωστε υπήρχε λόγος; Δεν ήξερα πόσοι από τους ιδιοκτήτες είχαν πεθάνει και πόσοι ζούσαν!

Αν έμενα εδώ, δεν θα ήθελα να ξαναζήσω ποτέ ξανά εδώ, ψιθύριζε η φωνή μέσα μου και φτυάριζα, φτυάριζα τις σκέψεις μου που αντί να τις χώνω βαθιά στο έδαφος να μην τις ακούω, τις γέμιζα σακούλες και τις άδειαζα στους μισολιωμένους κάδους. Όπου κιαν κοιτούσε το βλέμμα μου το απόλυτο μαύρο! Νεκροταφείο ψυχών που τριγυρίζουν όλες μαζί στον τόπο τους. Ένιωθα παιδάκια γύρω μου να κοιτούν, σκιές να μου μιλούν φύγε, είναι μάταιο όλο αυτό για εμάς που φύγαμε, μα και γιαυτούς που αφήσαμε πίσω. Κόρες γιοί, γονείς, παππούδες, φίλοι, γείτονες, τι κιαν κάποιων χτυπούν οι καρδιές ακόμη, των δικών τους ανθρώπων σταμάτησαν, σώπασαν και κανένας θρήνος δεν μπορεί να τις αναστήσει!

Συνέχισα να ψάχνω το νόημα σε όλο αυτό! Τίποτα, άδειαζε όλο και πιο πολύ η ψυχή μου μαζί με τα αποκαΐδια των δρόμων.

Να τους σφραγίσουμε τους δρόμους, να κατεβάσουμε τα ρολά και να φύγουμε όλοι μας από εδώ! Δεν έχει νόημα όλο αυτό, σκέφτηκα! Δεν έχει, μιλούσα σιωπηλά στον εαυτό μου! Οι νεκροί δεν θα αναστηθούν, οι ανθρώπινοι άγγελοι, έγιναν άγγελοι ξανά στους ουρανούς κι οι παιδικές φωνούλες τους γέμισαν το στερέωμα! Κοιτώ ψηλά, εκεί που πρέπει κάθε άνθρωπος να κοιτάζει, όχι κάτω! Κοιτώ ψηλά και νιώθω χεράκια να χαιρετούν, να χαμογελούν, να ζουν επάνω στα σύννεφα, κοντά στον ήλιο! Δακρύζω και χαμογελώ ταυτόχρονα συνεχίζοντας με επιμονή να φτυαρίζω. Άγγελοι ξανά, Θεέ μου γιατί τόσο σύντομα;

Διάλειμμα! Όλοι στην εκκλησία! Ο παππούλης, μας υποδέχθηκε με χαμόγελο και τη γαλήνη που θα ήθελες να έχει κάθε άνθρωπος κοντά στο Θεό! Η εκκλησία άθικτη και κάτασπρη, θαρρείς δεν πέρασε από εκεί φωτιά! Κάτσαμε κάτω από τη δροσιά του δέντρου, όλοι μαζί, χωρίς πολλές κουβέντες. Ο παππούλης μας ευχαριστούσε ξανά και ξανά, μας έφερε κρύο νερό και φαγητό κι εκείνος χωρίς πολλές κουβέντες. Ταπεινός με το βλέμμα της ευγνωμοσύνης, όπως θα άρμοζε σε έναν απεσταλμένο του Θεού…

Και κάπου εκεί άρχιζα να νιώθω πως υπάρχει ελπίδα! Άνθρωποι άγνωστοι, τα ονόματα δεν είχαν σημασία ούτε και η ιδιότητα του καθενός, όλοι μας ενωμένοι για ένα σκοπό! Να βοηθήσουμε τους ανθρώπους αυτούς, να σταθούν στα πόδια τους! Τα τούβλα δεν έχουν νόημα πια! Οι ψυχές μόνο έχουν αξία, ζούμε ένα θαύμα κάθε μέρα, φέρουμε κατι άυλο και συμπαντικό μέσα μας, η ψυχή ανήκει στους ουρανούς κι όμως παραχωρεί τη ζωή της στο σώμα μας για βρεθούμε εδώ στην ομορφιά της γης! Εδώ στη ζωή!

Συνεχίσαμε τη δουλειά. Ακούω μια φωνή…

-Κατερίνα εσύ εδώ; Ναι, εγώ εδώ, όπως κι εσύ εδώ, απάντησα…

-Έχεις κάποιον δικό σου στο Μάτι; Με ρώτησε.

Όχι! Αλλά έχω παιδιά στο σπίτι μου! Απάντησα κι η σιωπή μας τα είπε όλα!

Αργότερα ένας φίλος που χρόνια λέμε να βρεθούμε μα ποτέ δεν τα καταφέρνουμε, μοίραζε κρύα νερά!

-Ότι θα βρισκόμασταν εδώ, για να με φιλέψεις νερό κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν το περίμενα του είπα…

Μια αγκαλιά, ένα χαμόγελο, μια ζέστη χειραψία! Τα είπαμε όλα, χωρίς λόγια!…

Κι όλα ξάφνου μέσα μου αποκτούσαν νόημα! Τα κομμάτια των “γιατί” είχαν ήδη αρχίσει να μου μιλούν τη σειρά τους, τη θέση τους στην απόγνωση και τη μαυρίλα!

Είχα το νόημα στα χέρια εκείνης της σιωπής, εκείνου του σφιγμένου χαμόγελου, στην ηρεμία του παππούλη, στους ανθρώπους που στο πίσω μέρος της εκκλησίας έφερναν καθαριστικά και όλοι μαζί οργάνωναν τα βήματά τους! Ήταν δεκάδες και συνέχεια ερχόντουσαν κι άλλοι κι άλλοι κι όλοι ρωτούσαν πώς να πάνε στην εκκλησία, μα όχι για να ανάψουν κεράκι αλλά για να συναντηθούν και να προσφέρουν όπου και όπως μπορούσαν! Η εκκλησία ήταν το μόνο ολοκληρωτικά άθικτο μέρος! Πιστεύεις δεν πιστεύεις, ο Θεός εκείνες τις ώρες ήταν εκεί, οι άνθρωποι ήταν εκεί, χωρίς ιδιότητες, χωρίς ταμπέλες, χωρίς ομάδες, χωρίς φανατισμό! Όλοι ίσοι προς ίσο! Όλοι εκεί!

Δεν έχουν αξία παραπάνω λόγια, παραπάνω σκέψεις!

Η φύση ετούτη κάηκε, πέθανε, μα το χώμα νεκρό δεν είναι, μπορεί να γεννήσει αν το φροντίσεις, αν το αγαπήσεις!

Οι άγγελοι επέστρεψαν στους αγγέλους, οι άνθρωποι παρέμειναν με τους ανθρώπους μα κάποιοι άνθρωποι άγγελοι παραμένουν! Αγωνίζονται, αλληλοϋποστηρίζονται, νιώθουν, προσφέρουν, δεν έχασαν το νόημα της ζωής σε τούβλα, αυθαίρετα, μουράτα αυτοκίνητα και επίπλαστη ζωή.

Κι αυτοί οι άνθρωποι γίνονται ολοένα και πιο πολλοί κι ενώνουν τις φωνές και τις δυνάμεις τους! Δεν τον φοβούνται τον εχθρό! Δεν φυλακίζονται σε θυμούς που δεν λυτρώνονται ποτέ από μια ειλικρινή συγγνώμη! Δεν ψάχνουν για καιροσκόπους ψευτοσωτήρες, γίνονται οι ίδιοι Σωτήρες και οι ίδιοι ξαναγεννιούνται μέσα από τις στάχτες τους!

Άνθρωποι ενωθείτε! Δεν χρειάζεστε ιδιότητα, δεν χρειάζεστε ταμπέλα, δεν χρειάζεστε “καρέκλα” για να νιώσετε δυνατοί γιατί είστε ήδη δυνατοί!

Μπορείτε και μαζεύετε τα κομμάτια σας εκεί που κανείς από τους πολιτικούς σωτήρες δεν άπλωσε το χέρι του, όταν κανείς δεν νοιάστηκε από αυτούς να προσφέρει σε εσάς μα μόνο εσείς σε εκείνους!

Ανάθεμα ενωθείτε, γιατί όταν τα χέρια απλώνουν στα άλλα χέρια, η αλυσίδα χτίζεται με γερά θεμέλια, με αξίες και ιδανικά! Και τα ιδανικά δεν καίγονται από ξένα χέρια, δεν λεηλατούνται από κατακτητές!

Τα ιδανικά και οι αξίες ακυρώνονται από εμάς τους ίδιους και μόνο! Το νόημα αυτής της καταστροφής, είναι πως το μόνο που έχει αξία στη ζωή, είναι να είμαστε καλά, υγιείς και να βρίσκουμε τη δύναμη, ενωμένοι να μαζεύουμε τα κομμάτια μας, να αλλάζουμε τη ροή της ζωής μας, ανοίγοντας τους δικούς μας δρόμους, με τα δικά μας χέρια και όλοι μαζί με μια γροθιά!

Πηγή : skepseisselogia.gr

97

About Author

Αφήστε ένα σχόλιο