Της Φωτεινής Τζουβελεκη
Δε θα ξεχάσω ποτε την ημέρα που γνώρισα την Δήμητρα. Θυμάμαι τα πόδια μου να τρέμουν καθώς πρώτη μέρα έμπαινα στο αμφιθέατρο. Η φωνή του καθηγητή αντηχούσε σε ολόκληρο το ακροατήριο δυνατά ενώ απεγνωσμένα προσπαθούσε να μας μεταδώσει την φωνολογια της ιταλικής γλώσσας.. Σπάνια έβλεπες τέτοιους καθηγητές με τέτοιο πάθος για το αντικείμενο τους, και πάλι καλά να λες. Το δικό του πάθος ήταν για εμάς αρρώστια.
Τότε ένιωσα μια σκιά να κάθεται δίπλα μου. Γύρισα και την κοίταξα, ήδη μου χαμογελούσε. Ήμουν σιγουρη ότι σε αυτή τη σχολή θα έβρισκα αληθινούς φίλους και δεν έπεσα έξω. Φαινόταν πολύ γλυκιά, με το μικροκαμωμένο σώμα της, τα γαλάζια γυαλιά της και τη φωνή της βγαλμένη από καρτούν.. Φορούσε μια ροζ μπλούζα με στάμπα. Το σορτς της ήταν επίσης ροζ, όμως σε μια πιο έντονη απόχρωση για αντίθεση. Τα παπούτσια της ήταν άσπρα και φαινόταν ότι είχε κατάβαλε μεγάλη προσπάθεια για να τα διατηρήσει έτσι. Δε χορταίνα να ακουω από το κορίτσι. Μεσα σε λίγα λεπτά είχα μάθει για το μουσικό σχολείο που πήγαινε, για το ότι είχε χάσει το πατέρα της μικρή και ότι δε πέρασε εδώ αλλά πήρε μεταγραφή. Η φλυαρία της δε με ενοχλούσε καθόλου. Συνήθως εγω ήμουν εκείνη που φλυαρούσε στις παρέες.
Πρώτη φορά γνώριζα άτομο με το οποίο μοιάζαμε τόσο μα τόσο πολύ. Ήταν σαν τη μικρότερη αδερφή που ποτε δεν είχα. Έξω από το αμφιθέατρο, φυσικά, τραγουδούσαμε. Μάλιστα είχε φτιάξει βραχιολάκια φιλίας με το όνομα μου, «Ειρήνη» . Λίγο παιδιάστικο για φοιτήτριες, αλλά ηταν η πρώτη φορά που κάποιος μου έδινε ένα τέτοιο βραχιολάκι. Μου άρεσε πολύ αυτή η φιλία. Θυμάμαι μια φορά, όταν είχαμε βγει μας σταμάτησε ένας ηλικιωμένος κύριος και μας ευχήθηκε να είμαστε πάντα καλές φίλες όπως είμαστε και τώρα.
Όσο για αυτο ήμουν σιγουρη. Αυτή δε θα ήταν σαν τους φίλους που άφησα στο παρελθόν. Δε θα πήγαινε διακοπές με όλη τη παρέα πλην εμου. Δε θα ξεχνούσε ποτε τα γενέθλια μου. Δε θα έκανε κακά σχόλια για την εμφάνιση μου και το τρόπο που ντύνομαι. Δε θα μπέρδευε το όνομα μου με ονόματα άλλων φίλων μου μόνο και μόνο για να με κάνει να νιώσω άσχημα. Δε θα ακυρώνει τελευταία στιγμή εξόδους. Επιτέλους, μια αληθινή φίλη!
Για μια ολόκληρη βδομάδα, δε πίστευα στην τύχη μου. Μιλούσαμε κάθε μέρα, ανταλλάξαμε φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στα μαθήματα δύσκολα πρόσεχα, καθώς κρατιόμουν να μη γελάσω με τις αστείες της παρατηρήσεις. Ένιωθα τοσο τυχερή και μόνο που τη γνώριζα, ποσό μάλλον που ήμουν φίλη της. Μόνο που δεν ήξερα οτι πολύ σύντομα θα προτιμούσα να μην την είχα γνωρίσει ποτε..
Μια Πεμπτη που είχαμε μάθημα ως αργά, ήταν τότε που άλλαξε ρότα η τύχη μου. Εκείνη την ημέρα δε νομίζω, όσα χρόνια και αν περάσουν, να τη ξεχάσω. Η βαρεμάρα είχε φτάσει στο ζενίθ. Μέχρι που άνοιξε η πόρτα. Ένας φαλακρός, στρουμπουλός νεος ο οποίος φορούσε γυαλιά έφτασε μέσα. Ήταν διαφορετικός από τα αλλά παιδιά, αλλά εγω ποτε δεν έκρινα άτομα από την εμφάνιση τους. Έτρεξε τότε, δίπλα στην Δήμητρα και συστήθηκε ως Ευθυμης. Ως άτομο το οποίο προσπαθούσε να σβήσει από πάνω του την εικόνα του ντροπαλού κοριτσιού και ήθελε να κάνει ολοένα και περισσότερο φίλους, έδωσα και εγω το χέρι μου.
Αφού το μάθημα ολοκληρώθηκε, ο Ευθυμης ήταν αρκετά ευγενικός για να με αφήσει στη στάση μου. Εκτίμησα την κίνηση του.. Δυστυχώς οι σημερινές ειδήσεις είναι γεμάτες από ιστορίες βιασμού, απαγωγές και γενικότερα κακοποιήσεις γυναικών. Χαιρόμουν που εκείνος φρόντιζε να μη γίνω μια από αυτες τις γυναίκες. Αφού ανταλλάξαμε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ήμουν σιγουρη ότι το σύμπαν συνομωτει υπέρ μου. Καλά μια πρώτη ξαφνική φιλία που απέκτησα δίχως να προσπαθησω πολύ αλλά και δεύτερη; Ποια, εγω ο μόνο λύκος!
Την επόμενη εβδομάδα, ο Ευθυμης μου ζήτησε να πάμε για ταινία. Δέχτηκα, μετά χαράς. Πρότεινα να έρθει και η Δήμητρα μαζί μας αλλά αυτο δεν ήταν κάτι που του άρεσε. Παρόλο που με παραξένεψε αυτο, αποφάσισα να μη δώσω τη παραμικρή σημασία. Είχαμε σκοπό να δούμε μια ταινία φαντασίας. Θεώρησα καλό σημάδι ότι λίγο πριν τη ταινία συναντήσαμε τον φίλο μου τον Δημοσθένη, ο οποίος αν και γενικά απόμακρος σαν άνθρωπος, φάνηκε στο νέο μου φίλο, καλός και φιλικός.
Στην ταινία ήταν αστείος, απολαυστικός, σχεδόν όσο η Δήμητρα. Ήταν από τα λίγα άτομα που είχα γνωρίσει τα οποία δε τα πείραζε που είχα τη κακή συνήθεια να μιλάω ακατάπαυστα στις ταινίες. Γελούσαμε, κάναμε σχόλια, οι διπλανοί μας κοιτούσαν ενοχλημένοι αλλά ούτε που μας ένοιαζε. Πόσες φορες είχαν βρει αυτοί όχι έναν αλλά δυο καλούς φίλους σε δυο βδομαδες; Οι πιθανότητες ήταν μηδαμινές. Ποιος άλλος έβρισκε τόσους πολλούς φίλους σε μια τόσο παγερή πόλη σαν την Αθήνα μας; Ίσως να ήταν ότι ο Ευθυμης ήταν από τη Κοζάνη το γεγονός ότι ήταν τόσο καλός απέναντι μου.
Στο γυρισμό, έβρεχε καταρρακτώδως. Εννοείται, πως είχα ξεχάσει την ομπρέλα μου στο σπίτι. Ο Ευθυμης όμως, σαν σωστός Κοζανιτης τζέντλεμαν αποφάσισε να μοιραστούμε τη δίκη του. Πολύ σύντομα τη βροχή διαδέχτηκε ο άνεμος και η κοζανίτικη ομπρέλα έσπασε. Δε ξέραμε πως να προστατευτούμε. Τότε, ο Ευθυμης έβγαλε το μαύρο του πανωφόρι και το έβαλε πάνω από τα κεφάλια μας. Τρέχαμε σαν τρελοί. Όταν φτάσαμε στη στάση στην οποία θα τον άφηνα άπλωσε τα χέρια του και με αγκάλιασε σφιχτά. Με αποκάλεσε και «Πριγκίπισσα Χάνα» , όπως έλεγαν και εκείνη στη ταινία που παρακολουθήσαμε. Τον χαιρέτησα και γύρισα πίσω στο εμπορικό κέντρο όπου θα με περίμενε η μητέρα μου, η Μυρτω και η αδερφή μου, η Πελαγια.
Την επόμενη εβδομάδα, Ευθυμης, Δήμητρα και εγω κάναμε πολύ ωραία παρέα. Κάναμε και δίκη μας ομαδική στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ώστε να μιλάμε με τις ώρες. Στο τμήμα μια φορά η φλύαρια μας παραλίγο να κάνει έναν αυστηρό καθηγητή μας, τον Προκοπή Σεραφειμογλου με το όνομα, βεβαίως βεβαίως, να μας κόψει επι τόπου «λόγω της επιμονής φλυαρίας εν ωρα διδασκαλίας το οποίο δείχνει απόλυτη αναίδεια προς τον διδάσκων!» έλεγε και ξαναλέγε. Παρότι ήμουν η μεγαλύτερη εκ των τριών, ήμουν η μοναδική που πίστευε ότι ίσως όντως μας κόψει.
Παρα τις οποίες φοβίες μου, δεν έγινε τίποτα κακό. Η φιλία μας άνθιζε σιγά σιγά. Δε μπορούσα όμως να νιώθω ένα παράξενο συναισθημα κάτι περίεργο και αλλότριο να μου σφάζει σιγά σιγά το στομάχι. Ήμασταν μαζί στις τάξεις και κάθε φορά που τελείωνε το μάθημα ο Ευθυμης ήταν έτοιμος να με άφησει στη στάση. Όμως, η Δήμητρα με την οποία μέναμε σχετικά κοντά και περνούσε και το δικό της λεωφορείο από τη δίκη μου τη στάση ποτε δε ερχόταν μαζί μας. Τότε δε μου είχε περάσει από το μυαλό τι ακριβως σχεδίαζε.
Άρχισα να παρατηρώ μια αλλαγή στη συμπεριφορά του Εύθυμη. Σιγά σιγά άρχισε να με βομβαρδίζει με μηνύματα καθημερινώς, τα οποία και απαιτούσε να τα απαντήσω κατευθείαν. Στη αρχή, πίστεψα ότι ήταν απλώς κάποιο από τα αστεια του. Όταν όμως τα μηνύματα του άρχισαν να πολλαπλασιάζονται κάθε μέρα όλο και πολλά, ένιωθα να πνίγομαι. Κάποια ήταν βιντεάκια τα οποία έβρισκε στο διαδίκτυο όμως κάποια αλλά ήταν γραπτά, στα οποία κάποια έλεγε αστεια, ενώ σε κάποια αλλά μιλούσε για τη μοναξιά του, και ότι δε θα βρεθεί γυναίκα να τον κοιτάξει. Βλέποντας την απελπισία του, του άπαντησα και εκείνος περιέγραψε την γυναίκα των ονείρων του. Ψηλή, Καστάνη, πράσινα μάτια, μεγάλα χείλη, αστεια, μεγαλύτερη από μένα και κατά προτίμηση από την σχολή μας. Μόνο μια χωρούσε σε αυτή τη περιγραφή.
Για κακή μου τύχη, εγω. Και όχι, δεν έκανε πλάκα.
Η συμπεριφορά του με έκανε να νιώθω ολοένα και περισσότερο άβολα. Η κάθε του κουβέντα φορτισμένη με σεξουαλικα υπονοούμενα. Για να ξεκαθαρίσουμε κάτι μου αρέσουν πολύ τα «that’s what she said” αστεια και τα κάνω συνέχεια. Ακόμη και ο πιο ψυχρός, ο πιο κλειστός και απόμακρος φίλος μου ο Δημοσθένης χαίρεται με αυτά. Αλλά μιλάμε για το σεξ γενικά, όχι για μένα. Τα χέρια του άρχισαν να έχουν περισσότερη οικειότητα πάνω μου. Που το έχανες που το έβρισκες το χέρι του θα βρισκόταν στο δικό μου, στον ώμο μου, στα μαλλιά μου στη μέση μου. Δε με τρόμαζαν τα χέρια του. Με τρόμαζε η οικειότητα με την οποία τα τοποθετούσε πάνω μου.
Η οικειότητα όμως δε σταμάτησε εκεί. Στη γιορτή μου, μου είπε ότι με περιμένει ένα μεγάλο δώρο. Μου έφερε το δώρο, ήταν ένας μαύρος σκούφος, καθώς είχαμε πριν γίνει περίεργος ένα αστείο ότι είμαι απόγονος κομμουνιστών επειδή δεν κρυώνω εύκολα. Λιγες εβδομαδες αργοτερα στα γενεθλια της Δημητρας, δεν της αγόρασε τίποτα. Καθόταν ολοένα και πιο κοντά, προσπαθούσε να με αγγίξει. Μερικές φορες όταν με άφηνε στη στάση είχε προσπαθήσει να με φιλήσει. Και το χειρότερο; Η Δημητρα τα έβλεπε όλα αυτά και φαινόταν να τα απόλαμβανει.
Προσπαθώντας να δω αν όντως πρόκειται για πλεκτάνη μεταξύ των δυο, αποφάσισα να αναφέρω το όνομα ενός συμμαθητη μας, του Σωτήρη και μάλιστα πρόσθεσα ότι τον βρίσκω όμορφο. Η Δημήτρα πήγε κοντά στον Εύθυμη και είπε «Πρόσεχε, Εύθυμη, ο Σωτήρης θα σου κλέψει τη πεταλουδίτσα σου». Στο δρόμο, όπως και άλλες φορες, δεν είχα τα κότσια να αντιμετώπισω στον Εύθυμη στα ίσια και να του πω ότι «θέλω να πηγαίνω στη στάση μόνη μου. Δε με προστατεύεις από το κίνδυνο, εσυ είσαι ο κίνδυνος. Με αγγίζεις και δε θέλω, μιλάς πρόστυχα, η Δήμητρα τα ξέρει όλα αυτα, ξέρει ότι υποφέρω και γελάει». Αλλά δε τα κατάφερα. Άνοιξε το στόμα του αυτός και με ρώτησε για τον Σωτήρη.
Εκανα ότι ενδιαφέρομαι για τον Σωτήρη. Μιλούσα για το ποσό γλυκός και ωραίος είναι. Μιλούσα, μιλούσα, μιλούσα… ουφ! Έφτασε το λεωφορείο. Εκανα μια και μπήκα μέσα. Λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες μπήκε μέσα και ο Ευθυμης. Όταν τον ρώτησα πέταξε μια δικαιολογία ότι έπρεπε να πάρει ένα δώρο στο εαυτό του που πέρασε όλα τα μαθήματα, ένα φιγουρίνι απο το αγαπημένο του τηλεπαιχνίδι.
Άρχισα να φοβάμαι. Το χειρότερο ήταν ότι δεν είχε θέσεις και είχε μόνο μια κολώνα ελεύθερη να πιαστείς. Έτσι, για την υπόλοιπη μια ωρα, Ευθυμης και εγω ήμασταν σε απόσταση αναπνοής. Τότε είδα τα μάτια του να κατεβαίνουν προς το στέρνο μου. Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος. Δεν ήθελα τέτοια προσοχή. Ήθελα μεν να είμαι όμορφη αλλά με ραντεβού όχι να με σεξουλικοποιουν οι φίλοι μου τώρα. Τι ήθελε επιτέλους από εμένα; Γιατί δε με αφήνει ησυχη; Γιατί δε μπορεί να φερθεί σωστά όπως ένας φυσιολογικός φίλος;
Επιτέλους κατέβηκαμε και είπα ψέματα για το που μένω. Κατέβηκα τρεις στάσεις πιο πριν. Πήγα σε άλλη γειτονιά. Τον ένιωθα να με ακολουθεί μέχρι που γύρισα και ρώτησα « Από εκεί δεν είναι το κατάστημα που ψάχνεις;». Έφυγε τότε αυτός και ένιωσα ένα τεράστιο βάρος να φεύγει από πάνω μου. Όμως το «γιατι» στο μυαλό παρέμενε και μέρα με τη μέρα διογκωνόταν. Η μητέρα μου μιλούσε για περιοριστικά μέτρα, ο πατέρας μου, ο Παρασκευας έλεγε «θα τον βρω και θα τον πατήσω». Δεν ήξερα τι ήθελα. Όλα γίνονται τόσο γρήγορα. Δε περίμενα ποτε ότι θα φοβάμαι να πάω στη σχολή μου.
Αποφάσισα να διώξω αυτες τις αρνητικές σκεψεις το Σάββατο, που θα έβγαινα με τους φίλους μου, τον Δωρόθεο, τον Δημοσθενη και τον Ηλία για ταινία. Περάσαμε πολύ ομορφα και ο Δωροθεος αποφάσισε να απαθανατίσει τη στιγμή με μια όμορφη φωτογραφία την οποία και κοινοποίησε στο ιστολόγιο μου. Δέκα λεπτά αργότερα, τρεις θυμωμένες κλήσεις από τον Εύθυμη με περίμεναν. Τα παιδιά δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία. Θυμάστε στην αρχή που σας έλεγα για απώλεια μνήμης των γενεθλίων μου , διακοπές χωρίς έμενα και αλλά τέτοια χαριτωμένα; Σε αυτή τη παρέα αναφερόμουν. Αλλά τουλάχιστον, ποτε μα ποτε, δε έχουν κάνει απρέπεια εναντίον μου.
Την Δευτέρα, ένας έξαλλος Ευθυμης με περίμενε. «Με ποιους βγήκες; Είσαι η μόνη κοπέλα στη παρέα; Ξέρεις τι σκέφτονται αυτοί για εσένα;». Αυτά με καλημέρισαν. Του εξήγησα ότι κορίτσια και αγόρια μπορούν να είναι φίλοι ειρηνικά χωρίς τίποτα άλλο. Αυτός συνέχισε να ωριεται. Όμως,τητσιρίδα του διέκοψεμια κοπέλα, η Παυλινα, ένα όμορφο κορίτσι, με ξανθά μαλλιά πιασμένα σε αλογοουρά και κάστανα μάτια. Τον χαιρέτησε και ένιωσα άσχημα για εκείνη, μήπως της έκανε τα ιδια όπως σε μένα. Τον ευχαρίστησε για τη βοήθεια στην εργασία και έφυγε. Τοτε, εγω άρπαξα την ευκαιρία και μίλησα ομορφα για εκείνη για να με αφήσει ήσυχη.
Στο γυρισμό μου είπε ότι κάτι θέλει να μου πει. Κάτι σοβαρό. Ωχ, λέω στον εαυτό μου αρχίσαμε πάλι. Και τότε λέει «Πως θα σου φαινόταν άμα σου έλεγα ότι σε αγαπώ και ότι είμαι ερωτευμένος μαζί σου;». Κόκκαλωσα. Ποιος του είπε ότι η αγάπη είναι να παρενοχλείς κοπέλες; Αποφάσισα να το γυρίσω στο αστείο και ειπα «Τότε θα σου πρότεινα να κοιτάξεις άλλου». Αυτός έκανε ένα βήμα μπροστά. «Και αν σου έλεγα ότι έχω κοιτάξει και άλλου και μόνο εσυ είσαι αυτή που θέλω;». Ένιωσα τα πόδια μου να τρέμουν από το φόβο.
Δε απάντησα. Όσο δεν απαντούσα, τόσο μιλούσε αυτός. « Είναι επειδή είμαι σχεδόν φαλακρός; Όλοι στην οικογένεια μου έτσι είναι.» Δε μίλησα. «Είναι επειδή φοράω γυαλιά; Αυτο δείχνει ότι είμαι έξυπνος». Πάλι δε μίλησα. «Είναι επειδή δεν είμαι κομμουνι όπως εσυ; Και η μητέρα μου έτσι ήταν αλλά ο πατέρας μου την έστρωσε. Θέλω να τη γνωρίσεις και όλας, έχει ακούσει τα καλύτερα για σένα». Τον κοίταξα με τρόμο. Τον είχε πιάσει παράκρουση. Μα τι ήταν επιτέλους αυτά που έλεγε; Μαμάδες, γνωριμίες, γάμους, έρωτες, αγάπες μου είχαν κάνει το μυαλό μπλέντερ. Δε ήθελα τίποτα από όλα αυτά. Ήθελα πίσω τον κολλητό μου.
Γύρισα σπίτι κλαμμενη. Προσπαθούσα να καταλάβω πως μπορούσα να είμαι τόσο ηλίθια; Τα σημάδια υπήρχαν, εγω δε τα έβλεπα. Κοίταξα το βιβλίο της Διδακτικής των Γλωσσών. Θυμάμαι ότι στις καλές μας, τον άφηνα να μουντζουρώνει. Είχε μουτζουρωσει και κάτι στα ισπανικά αλλά μου είχε ζητήσει να το ψάξω στο σπίτι. Μετά το ξέχασα. Η μάλλον εκανα ότι το ξεχνάω γιατί κάθε πέντε λεπτά μου έστειλε μήνυμα «ειδες τη μετάφραση;». Κοίταξα την μετάφραση. Πως μπορούσα να υπάρξω τόσο ηλίθια; Μου είχε πει «σαγαπω κορίτσι μου» πριν από πέντε μήνες. Μήνες πριν από τη παρενόχληση. Ίσως, αν το είχα διαβάσει, να είχα γλιτώσει.
Η Δήμητρα μου έστελνε μηνύματα κανονικά. Όμως, οταν της ζητούσε να καθίσει μαζί μας στη τάξη εκείνη έφευγε. Πήγαινε στην άλλη της παρέα, με τον Στάθη, την Ελεωνόρα και την Ευθυμία. Ή πολλές φορες κάθονταν δίπλα μου και όταν ερχόταν ο Ευθυμης, φρόντιζε να κάθομαι εγω δίπλα του. Συμπεριφερόταν σαν καλή προξενήτρα. Και τώρα που και ο Κωστάκης, ένας άλλος συμφοιτητής μου από το Γρεβενά, νόμιζε ότι τα έχω με τον Εύθυμη καθώς και ο Σωτήρης, ο οποίος άρχισε πραγματικά να μου αρέσει, ήταν σιγουρη ότι είχε επιτελέσει το σχέδιο της.
Το ασφυκτικό συναισθημα με κατέκλυσε για άλλη μια φορά. Πως κατάντησα έτσι; Ήξερα ότι έπρεπε να φύγω, εγω ήθελα παρέα δεν ήθελα τέτοιο σύντροφο. Έτσι, αποφάσισα να πάω μόνη μου στη στάση. Δε μπόρεσα, με ακολουθούσε. Στα διαλείμματα με ρωτούσε αν θέλω να μου αγοράσει κάτι. Του άρεσε ο ρόλος του αγοριού, ή ότι τέλος πάντων οι άλλοι πίστευαν ότι είναι. Και εγω έβλεπα στα μάτια τους τη λύπηση. Σας το λέω, δε υπάρχει χειρότερο πραγμα από το να σε λυπούνται. Ένιωθα ότι δεν είχα το δικαίωμα να ερωτευτώ, να νιώσω. Ένιωθα αυτόν τον έρωτα με το ζόρι στον οποίο ο ίδιος με είχε σπρώξει να είναι πια σκοινι το οποίο απειλεί να με απαγχονίσει.
Παράλληλα, οι γονείς μου θαύμαζαν την αδερφή μου, τη Πελαγια η οποία είχε πιάσει τη πρώτη της δουλειά, σε καφετέρια. Εγω, πάλι, από την ενεργεία που ξόδευα με το Δράμα στη σχολή μου δεν είχα όρεξη για τίποτα. Μόνο για να βγαίνω με τη παρέα με τα αγόρια είχα, αλλά εκείνα γινόντουσαν ολοένα και πιο απόμακρα. Γρήγορα, συνειδητοποίησα ότι πρέπει να κάνω κάτι για ξεφύγω από τον Εύθυμη. Δε θα άλλαζα σχολή. Πάλεψα με νύχια και με δόντια για να περάσω, τη δεύτερη φορά.
Πολύ συντομα, γράφτηκα σε φροντιστήριο, για να πάρω πτυχιο στους υπολογιστές. Έτσι, παρακολουθούσα το μάθημα και καπάκι πήγαινα στους υπολογιστές. Δεν τον είχα για τόσο μαζόχα να με περιμένει δυο ώρες μετά. Μάλιστα, για να διαβεβαιώσω τη ψυχική μου ηρεμία, βρήκα διαφορετική στάση για να παίρνω το λεωφορείο. Είχα επιτέλους βάλει τη ζωή μου σε ένα πρόγραμμα, θα έδινα και τη πρώτη ενότητα τη Τετάρτη και θα ήταν όλα τελεια. Όμως αυτή η ψυχική ηρεμία δε κράτησε πολύ. Αμέσως μετά από το μάθημα της Τετάρτης στη σχολή, με ακολούθησε και με ρώτησε γιατί τον αποφεύγω. Τότε χιουμοριστικά, έδειξα το ανοιχτό παράθυρο του μπαλκονιού και ειπα «φυγε αλλιώς θα πηδήξω από εκεί». Τότε, εκείνος, με έπιασε σφιχτά από το κάτω μέρος της μέσης και μου είπε ότι του έλειψα.
Απέτυχα στην ενότητα. Δε μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο από το χέρι του. Το χαμόγελο του, φιλικό, τα γυαλιά του, γνώριμα αλλά το χέρι του. Το χέρι του που με τέτοια ευκολία τύλιγε γύρω μου, το οποίο αψηφά το γεγονός ότι δε το θέλω πάνω μου. Το χέρι που με αγγίζει λες και είμαι κτήμα του. Ποτε δεν ήθελα να γίνω κτήμα του. Ποτε δε ήθελα να γίνω δίκη του. Ήθελα απλώς να κάνω φίλους. Ήθελα απλώς να είμαι καλή.
Λίγες βδομαδες αργότερα ήμουν όντως καλή. Καλή με τον εαυτό μου. Είχα κατορθώσει να περάσω και τις τρεις ενότητες από τους υπολογιστές και έπαιρνα πια πτυχιο. Άρχισα να τον αποφεύγω συστηματικά. Όσο και αν με πονούσε γιατί είχαμε καλές στιγμές θυμάμαι πάντα αυτο «Το χέρι δε σταματάει εκεί». Αν τον άφηνα, ποιος ξέρει ποσό ακόμη θα είχα σαπίσει μέσα μου. Τον μπλόκαρα από παντού. Διάλεξα μαθήματα που δε πήρε αυτός. Άρχισα να κάνω παρέα με τρεις υπέροχους ανθρώπους: την Αγάπη, τον Νικόλα και τη Δαναη. Βγήκα ραντεβού με το Σωτήρη. Και το σημαντικότερο, μετά από τόσους μήνες ανέπνευσα.
