ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΒΛΑΧΑΒΑΣ: Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821

Συγγραφή άρθρου: Παρασκευάς-Μάριος Ι. Τουρτούνης
Το παρόν άρθρο είναι αφιερωμένο στον αείμνηστο πατέρα μου Ιωάννη Τουρτούνη (που ήταν απόγονος του Ευθυμίου Βλαχάβα), στην μητέρα μου Ιωάννα Φιλίππου – Τουρτούνη, και στα αδέλφια μου Χρήστο Τουρτούνη και Αναστάσιο Τουρτούνη.

Φέτος, εν έτει 2021, η Ελλάδα γιορτάζει την επέτειο των 200 χρόνων από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, η οποία οδήγησε στην δημιουργία, το 1830, του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους. Όμως, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η Επανάσταση αυτή δεν ξέσπασε εντελώς αυθόρμητα, αλλά στηρίχθηκε πάνω σε ένα υπόβαθρο ιστορικών γεγονότων που συνέβησαν κατά τα προηγούμενα από το 1821 χρόνια. Ένας από τους πρωταγωνιστές αυτού του ιστορικού υποβάθρου πάνω στο οποίο στηρίχθηκε αργότερα η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν ο Ευθύμιος Βλαχάβας.

Ο Ευθύμιος Βλαχάβας (1770-1808), ιερέας και γόνος ισχυρής αρματολικής οικογένειας από την Θεσσαλία, πρωταγωνίστησε, κατά την περίοδο 1805-1808, σε κάποια αξιοσημείωτα κινήματα εναντίον του Αλή πασά του Τεπελενλή, τα οποία έλαβαν χώρα και στην ξηρά και στη θάλασσα.

Ο Αλή πασάς, διοικητής της περιοχής των Ιωαννίνων εν ονόματι του Οθωμανού Σουλτάνου, είχε μετατρέψει ένα τεράστιο μέρος της σημερινής βόρειας και κεντρικής ελληνικής επικράτειας (οπότε και την περιοχή της Θεσσαλίας) σε μια περιοχή που βρισκόταν κάτω από την απόλυτη εξουσία του. Επίσης, ο Αλή πασάς ήθελε να αποσχιστεί από την δικαιοδοσία του Οθωμανού Σουλτάνου, και να δημιουργήσει την προσωπική του Ηγεμονία!

Η οικογένεια του Ευθυμίου Βλαχάβα, όπως αναφέραμε, ήταν αρματολική. Οι αρματολοί ήταν Ελληνορθόδοξοι οι οποίοι έπαιζαν τον ρόλο μιας, θα λέγαμε, τοπικής πολιτοφυλακής, την οποία οι οθωμανικές αρχές προσελάμβαναν προκειμένου να φυλάνε μια συγκεκριμένη περιοχή από την δράση των Ελλήνων ανταρτών στα βουνά, των λεγόμενων κλεφτών. Όμως, κατά την εν λόγω περίοδο (τέλη 18ου – αρχές 19ου αιώνα), παρατηρείται το πολύ συχνό φαινόμενο κατά το οποίο ένας αρματολός μετατρεπόταν τελικά σε αντάρτη (κλέφτη), διότι ήταν δυσαρεστημένος από την οθωμανική κακοδιοίκηση (Σφυρόερας 1998, σελ. 57). Και ο Ευθύμιος Βλαχάβας δεν αποτέλεσε εξαίρεση αυτού του φαινομένου.

Συνεπώς, ο Ευθύμιος Βλαχάβας, έχοντας ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα την υποστήριξη των Ρώσων, συγκάλεσε στο Καρπενήσι μια συνέλευση όλων των ισχυρών αρματολών της Κεντρικής Ελλάδας, προκειμένου να τους πείσει να συμμαχήσουν μαζί του στις ενέργειές του κατά των δυνάμεων του Αλή πασά. Όταν το 1806 κηρύχθηκε πόλεμος ανάμεσα στους Ρώσους και τους Τούρκους, ο Ευθύμιος Βλαχάβας δεν έχασε την ευκαιρία κι επιτέθηκε με τους άνδρες του στους Τούρκους. Όμως, η συγκυρία ήταν δύσκολη για τον Βλαχάβα, καθώς οι ενέργειές του είχαν μικρή υποστήριξη. Συγκεκριμένα, ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, Γρηγόριος Ε’ , ως αρχηγός όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απέστειλε, το έτος 1807, μια εγκύκλιο στον Ευθύμιο Βλαχάβα, με την οποία ζητούσε από τον Θεσσαλό οπλαρχηγό να σταματήσει την επαναστατική του δράση κατά των Τούρκων. Μπορούμε να πούμε ότι αυτή η αντίδραση του Οικουμενικού Πατριάρχη ήταν απολύτως φυσιολογική, καθώς, ουσιαστικά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της οθωμανικής διοικητικής μηχανής, και ήταν υπεύθυνο για την διατήρηση της νομιμοφροσύνης ολόκληρου του ορθοδόξου χριστιανικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απέναντι στο πρόσωπο του Οθωμανού Σουλτάνου (Κονόρτας, Μη δημοσιευμένες ιδιωτικές σημειώσεις).

Έτσι λοιπόν, τότε, ο Ευθύμιος Βλαχάβας αναγκάστηκε τελικά να καταφύγει στη νήσο Σκιάθο, όπου συγκρότησε έναν αντάρτικο στόλο 70 πλοίων, και συνέχισε τον αγώνα κατά των Τούρκων στη θάλασσα (Μηχιώτης 1976, σ.σ. 239-240).

Έπειτα, κατά τις αρχές του έτους 1808, ο Ευθύμιος Βλαχάβας, έχοντας προηγουμένως έρθει σε συνεννόηση με τον Σέρβο ηγεμόνα Καραγεώργη, συγκάλεσε συνέλευση όλων των Ελλήνων καπεταναίων, και αναγορεύθηκε γενικός αρχηγός τους. Επιπλέον, για την νέα του προσπάθεια, ο Βλαχάβας κατόρθωσε να αποσπάσει την συνεργασία των ισχυρών αρματολών της Κεντρικής Ελλάδας, καθώς επίσης και των Τούρκων των Τρικάλων και της Λάρισας, οι οποίοι ήταν πολύ δυσαρεστημένοι από την τυραννική διοίκηση του Αλή πασά (Πάτσης 1969, σ.σ. 35-36). Έτσι λοιπόν, όλες εκείνες οι ετερόκλητες ομάδες συμφώμησαν να συμμετάσχουν στο επαναστατικό εγχείρημα του Ευθυμίου Βλαχάβα εναντίον του Αλή πασά, ένα εγχείρημα το οποίο προγραμματίστηκε να ξεσπάσει στις 29 Μαΐου του 1808, καθώς η ημερομηνία της 29ης Μαΐου αποτελούσε για τους Έλληνες πάντα μια ιδιαίτερα συμβολική ημερομηνία, διότι κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία του έτους 1453, πραγματοποιήθηκε η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς Τούρκους (Παπαρρηγόπουλος 1930, σελ. 641).

Μάλιστα, φαίνεται ότι ορισμένα μέλη του υπουργικού συμβουλίου του Οθωμανού Σουλτάνου ενέκριναν σιωπηρά αυτό το επαναστατικό εγχείρημα του Ευθυμίου Βλαχάβα κατά του Αλή πασά, διότι ο Αλή πασάς είχε αρχίσει να συμπεριφέρεται ως εχθρός του Οθωμανού Σουλτάνου (Russell και Russell 2017, σελ. 161)!

Ωστόσο το επαναστατικό εγχείρημα του Βλαχάβα απέτυχε, διότι δόθηκε στον Αλή πασά μια προδοτική προειδοποίηση από τον αρματολό του Μετσόβου Δεληγιάννη, σχετικά με το επαναστατικό εγχείρημα που ετοίμαζε ο Βλαχάβας εναντίον του (Πάτσης 1969, σελ. 36). Ως αποτέλεσμα της προδοτικής αυτής προειδοποίησης, πολλοί από εκείνους που συμμετείχαν στο επαναστατικό εγχείρημα του Ευθυμίου Βλαχάβα, και κυρίως οι Τούρκοι των Τρικάλων και της Λάρισας, απέσυραν την συμμετοχή τους από το εγχείρημα αυτό, φοβούμενοι την οργή του Αλή πασά. Οπότε, ο γιος του Αλή πασά, Μουχτάρ, εισέβαλε με περίπου 6.000 άνδρες στα Τρίκαλα και την Καλαμπάκα, προκειμένου να καταστείλει την εξέγερση του Ευθυμίου Βλαχάβα. Οι περισσότεροι κάτοικοι των θεσσαλικών χωριών δεν προέβαλαν καμία αντίσταση απέναντι στις προελαύνουσες δυνάμεις του Μουχτάρ, διότι υπάκουσαν στο κάλεσμα του Αρχιεπισκόπου Λαρίσης Γαβριήλ, στον οποίο ο Αλή πασάς είχε αναθέσει την αποτροπή της εξέγερσης εναντίον του (Βακαλόπουλος 1975, σελ. 403).

Οι ολιγάριθμες (περίπου 600 ανδρών) δυνάμεις του Θεοδώρου Βλαχάβα (αδερφού του Ευθυμίου Βλαχάβα, ο οποίος συμμετείχε στο επαναστατικό εγχείρημα του αδερφού του) ηττήθηκαν στην Καλαμπάκα από τις δυνάμεις του Μουχτάρ. Τότε, ο Ευθύμιος Βλαχάβας, ο οποίος διέθετε επίσης ολιγάριθμες δυνάμεις (περίπου 500 άνδρες), μόλις έμαθε για την ήττα των δυνάμεων του αδελφού του, υποχώρησε προς τον Όλυμπο, και από εκεί κατέφυγε στις Σποράδες, όπου οργάνωσε αντάρτικο στόλο και συνέχισε τον αγώνα κατά των Τούρκων από εκεί (Παπαρρηγόπουλος 1930,σελ. 641).

Αργότερα, όταν ο Οθωμανός Σουλτάνος Σελήμ Γ’ (ο οποίος βασίλευσε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1789 έως το 1807) έδωσε, έπειτα από την μεσολάβηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’, στον Ευθύμιο Βλαχάβα αμνηστία, ο Βλαχάβας επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Θεσσαλία (Συλλογικό έργο 1978, σελ. 112).

Όμως, ο Αλή πασάς είχε διαφορετική άποψη από εκείνη του Οθωμανού Σουλτάνου. Έτσι, έπειτα από προδοτική σκευωρία, ο Ευθύμιος Βλαχάβας συνελήφθη από άνδρες του Αλή πασά και μεταφέρθηκε στην έδρα του Αλή πασά, στα Ιωάννινα. Εκεί μετά από φρικτά βασανιστήρια, ο Ευθύμιος Βλαχάβας δολοφονήθηκε. Σύμφωνα με τον Leake, ο Ευθύμιος Βλαχάβας δολοφονήθηκε επειδή ο Αλή πασάς και οι άνδρες του είχαν ανακαλύψει διάφορα έγγραφα που απεδείκνυαν την ύπαρξη επικοινωνίας ανάμεσα στον Βλαχάβα και στις ρωσικές αρχές της Κέρκυρας, με σκοπό το ξέσπασμα μιας γενικευμένης εξέγερσης των Ελλήνων (Βακαλόπουλος 1975, σελ. 413).

Η αλήθεια είναι ότι μετά τη δολοφονία του Ευθυμίου Βλαχάβα, ελάχιστοι από τους συντρόφους του παρέμειναν στα εδάφη που διοικούνταν από τον Αλή πασά, καθώς οι περισσότεροι από αυτούς κρύφτηκαν σε βουνά, σε νησιά και στην Πελοπόννησο, αναμένοντας εκεί την καταλληλότερη ευκαιρία για να μπορέσουν να πάρουν την εκδίκησή τους (Κούμας 1832, σελ. 550).

Μπορούμε να πούμε ότι αυτό το επαναστατικό εγχείρημα του Ευθυμίου Βλαχάβα κατά το 1808, αποτελεί γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας, διότι το εγχείρημα αυτό παραμέρισε τυχόν διαφορές μεταξύ των υποστηρικτών του, όπως μπορούμε να κατανοήσουμε από την συμπερίληψη των Τούρκων των Τρικάλων και της Λάρισας στις ετοιμασίες της σχεδιαζόμενης εξέγερσης των Ελλήνων καπεταναίων και αρματολών της Κεντρικής Ελλάδας υπό τον Ευθύμιο Βλαχάβα. Ο μοναδικός στόχος του εν λόγω επαναστατικού εγχειρήματος ήταν ο κοινός αγώνας ενάντια στην τυραννία του Αλή πασά, και η επιδίωξη της ελευθερίας για όλους τους κατοίκους που διαβιούσαν κάτω από τον ζυγό του Αλή πασά, ανεξαρτήτως τί θρησκεύματος ή εθνότητας ήταν οι κάτοικοι αυτοί. Για αυτόν τον λόγο, αφού η εξέγερση του Ευθυμίου Βλαχάβα δεν διέθετε σαφείς εθνικές επιδιώξεις, κάποιοι ιστορικοί, όπως για παράδειγμα ο Νίκος Γ. Σβορώνος, έχουν χαρακτηρίσει το κίνημα του Βλαχάβα απλώς ως μια «αγροτική εξέγερση» (Σβορώνος 2015, σ.σ. 61-62).

Έτσι, με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να πούμε ότι ο Ευθύμιος Βλαχάβας συνιστά έναν αξιόλογο πρόδρομο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, καθώς, με την δράση του, έδειξε σε ολόκληρο τον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό ότι ο μοναδικός τρόπος για την αποτίναξη του παράνομου και αυθαίρετου τουρκικού ζυγού ήταν η ένοπλη επανάσταση, η οποία τελικά και ξέσπασε στη Νότια Ελλάδα (Πελοπόννησο) τον Μάρτιο του 1821. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Φωτιάδη, το όρος των θεών της αρχαίας Ελλάδας, δηλαδή ο Όλυμπος της Θεσσαλίας, δεν έπαιξε, κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, τον ρόλο που οι Έλληνες περίμεναν, χάρη στις ενέργειες του Αλή πασά, ο οποίος κατόρθωσε να εκκαθαρίσει την εν λόγω περιοχή από τους Έλληνες αντάρτες, συμπεριλαμβανομένου και του Ευθυμίου Βλαχάβα (Φωτιάδης 1977, σελ. 84).

Τέλος, μελετώντας το μνημειώδες έργο War in the shadows. The guerilla in history (William Morrow and Company, Νέα Υόρκη 1994) του αειμνήστου στρατιωτικού ιστορικού Robert B. Asprey (1923-2009), μπορούμε να πούμε ότι στο βιβλίο αυτό, το οποίο αποτελεί μια παγκόσμια ιστορία των αντάρτικων πολέμων σε κλίμακα 2.500 ετών, το μοναδικό λάθος του εν λόγω συγγραφέα ήταν ότι δεν είχε συμπεριλάβει κάποιες λεπτομέρειες σχετικά με τους αντάρτικους πολέμους που διεξήγαγαν οι Έλληνες εναντίον των Τούρκων κυρίαρχών τους, παρά μόνο αναφέρθηκε στον όρο κλέφτες (klefts), ο οποίος αποδίδει τους Έλληνες αντάρτες που πολεμούσαν εναντίον των Τούρκων (Asprey 1994, σελ. 339). Πιο συγκεκριμένα, μπορούμε να πούμε ότι η περίπτωση του Ευθυμίου Βλαχάβα, ο οποίος ήταν ένας Έλληνας αντάρτης που πολέμησε εναντίον των Τούρκων σε ξηρά και θάλασσα υπό την ιδιότητα του γενικού αρχηγού, θα μπορούσε αναμφίβολα να συμπεριληφθεί στο εν λόγω βιβλίο του Asprey. Ως αποτέλεσμα, το παρόν άρθρο μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει μια μεταγενέστερη μικρή προσθήκη στο βιβλίο War in the shadows. The guerilla in history του Robert B. Asprey, καθώς ο Ευθύμιος Βλαχάβας αντιπροσωπεύει άριστα την φυσιογνωμία του Έλληνα αντάρτη που μάχεται κατά του Τούρκου κυρίαρχού του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Asprey, Robert B. 1994. War in the shadows. The guerilla in history. Νέα Υόρκη, William Morrow and Company.
2) Βακαλόπουλος, Απόστολος. 1975. «Επαναστατικές κινήσεις και ζυμώσεις», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΑ’: Ο Ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία (περίοδος 1669-1821). Τουρκοκρατία – Λατινοκρατία, Συλλογικό έργο, 402-424. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών.
3) Kονόρτας, Παρασκευάς. Μη δημοσιευμένες ιδιωτικές σημειώσεις για την Οθωμανική Ιστορία, pakonort@gmail.com
4) Kούμας, Kωνσταντίνος K. 1832. Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων, Τόμος 12. Βιέννη, Anton v. Haykul Τυπογραφία.
5) Mηχιώτης, Χαρίλαος Θ. 1976. Θησαυρός Γνώσεων, Τόμος 2. Αθήνα, Εκδόσεις «Καστάλλια».
6) Παπαρρηγόπουλος, Κωνσταντίνος. 1930. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος Έκτος. Αθήνα, Ν.Δ. Νίκας.
7) Πάτσης, Χάρης. 1969. Άλφα-Ωμέγα Εγκυκλοπαίδεια. Αθήνα, Εκδοτικός Οίκος Χάρη Πάτση.
8) Russell, Quentin & Eugenia Russell. 2017. Ali Pasha: Lion of Ioannina. The Remarkable Life of the Balkan Napoleon. Μεγάλη Βρετανία, Pen & Sword Military.
9) Σβορώνος, Νίκος Γ. 2015. Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας. Αθήνα, Ειδική έκδοση της ελληνικής εφημερίδας «ΤΟ ΒΗΜΑ».
10) Συλλογικό έργο. 1978. Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια 2002. Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Μ. Μπουσνάκης.
11) Σφυρόερας, Βασίλειος. 1998. «Ένοπλες Δυνάμεις του Ελληνισμού». Στο: Ελλάς: Η ιστορία και ο πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους από τις απαρχές μέχρι σήμερα, Τόμος Β’: Η ιστορία και ο πολιτισμός του Ελληνικού Έθνους. Οι μετά την Άλωση χρόνοι και το σύγχρονο Ελληνικό Κράτος, Συλλογικό έργο, 56-60. Αθήνα, Εκδοτικός Οργανισμός «Πάπυρος».
12) Φωτιάδης, Δημήτρης. 1977. Η Επανάσταση του Εικοσιένα, Τόμος 2, Δεύτερη έκδοση. Αθήνα, Εκδοτικός Οίκος Ν. Βότση.

Παρασκευάς-Μάριος Ι. Τουρτούνης: Ιστορικός – Μουσικός, Μαρκόπουλο Μεσογαίας Αττικής

Σχετικές δημοσιεύσεις