Ο ΙΔΙΟΡΡΥΘΜΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΤΟΥ ΜΕΤΣΟΒΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗ «ΕΙΣΒΟΛΗ» ΤΩΝ ΧΑΛΚΙΝΩΝ ΠΝΕΥΣΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΜΕΤΣΟΒΙΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Συγγραφή άρθρου: Παρασκευάς-Μάριος Ι. Τουρτούνης .

Το παρόν άρθρο είναι αφιερωμένο στην αγαπημένη μου καθηγήτρια όταν ήμουν μαθητής στο 1ο Λύκειο Μαρκοπούλου, κ. Βικτώρια Κυργώτα.

Η περιοχή του Μετσόβου, μία από τις πιο ορεινές περιοχές της Ελλάδας (καθώς βρίσκεται πάνω σε υψόμετρο περίπου 1.200 μ.), αποτελεί μια εξαιρετικά ιδιόμορφη και αυτόνομη πολιτισμική οντότητα. Κατά συνέπεια, ο μουσικός πολιτισμός της περιοχής του Μετσόβου αποτελεί ένα εντυπωσιακά ιδιόρρυθμο πολιτισμικό στοιχείο στα πλαίσια του μουσικού πολιτισμικού χάρτη της Ελλάδας. Το ερώτημα, λοιπόν, που προκύπτει εύλογα είναι το εξής: ποιά στοιχεία και ποιοί παράγοντες συνθέτουν την μοναδική αυτή φυσιογνωμία του μετσοβίτικου μουσικού πολιτισμού;

Έχουν γίνει αρκετές απόπειρες για να δοθεί μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ωστόσο, κατά την προσωπική μου άποψη, μέχρι στιγμής δεν έχει δοθεί κάποια πλήρως επαρκής απάντηση που να καλύπτει ολοκληρωτικά το εν λόγω ερώτημα. Βέβαια, έχουν επισημανθεί ορισμένα σημαντικά στοιχεία, τα οποία χαρακτηρίζουν τον μετσοβίτικο μουσικό πολιτισμό.

Ένα από αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μετσοβίτικου μουσικού πολιτισμού, το πιο προβεβλημένο ίσως, είναι η βλάχικη γλωσσική διάλεκτος στην οποία είναι γραμμένα πολλά από τα τραγούδια του τόπου. Ωστόσο, αυτή η ιδιαίτερη λατινογενής γλωσσική διάλεκτος, η βλάχικη, χρησιμοποιείται και σε τραγούδια άλλων ελληνικών περιοχών, όπως π.χ. στα βλαχοχώρια των Τζουμέρκων, καθώς και σε περιοχές της δυτικής Μακεδονίας. Οπότε, η χρήση της βλάχικης διαλέκτου, αν και κεντρικό χαρακτηριστικό του μετσοβίτικου μουσικού ρεπερτορίου, δεν είναι σε καμία περίπτωση το χαρακτηριστικό εκείνο που μπορεί από μόνο του να καθορίσει την μοναδικότητα του μετσοβίτικου μουσικού πολιτισμού.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο του μετσοβίτικου μουσικού πολιτισμού αποτελεί η οργανολογία του, δηλ. το ποιά μουσικά όργανα επικρατούν στην εν λόγω περιοχή. Τα σημαντικότερα όργανα του μετσοβίτικου μουσικού πολιτισμού είναι το κλαρίνο, το νταούλι, και το ντέφι. Μάλιστα, η πρωτοκαθεδρία του νταουλιού που υπάρχει στο Μέτσοβο είναι το στοιχείο εκείνο που διαφοροποιεί την μετσοβίτικη μουσική από την μουσική της υπόλοιπης Ηπείρου, όπου την πρωτοκαθεδρία έχει το ντέφι (Ζώης 2020, σ.σ. 41-42). Όμως, η πρωτοκαθεδρία αυτή του νταουλιού δεν μπορεί ούτε εκείνη να καθορίσει από μόνη της την μοναδικότητα του μετσοβίτικου μουσικού πολιτισμού, διότι το νταούλι έχει την πρωτοκαθεδρία και στους τοπικούς μουσικούς πολιτισμούς πολλών άλλων περιοχών της Ελλάδας, όπως στην Μακεδονία.

Άλλο ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο που χαρακτηρίζει τον ιδιαίτερο μουσικό πολιτισμό της περιοχής του Μετσόβου αποτελεί η πολυπλοκότητα των ρυθμών της τοπικής μουσικής. Μάλιστα, αυτή η πολυπλοκότητα των ρυθμών της μετσοβίτικης μουσικής καθιστά την μουσική αυτή στεγανά «απρόσιτη» για μουσικούς που προέρχονται από άλλες περιοχές της Ηπείρου. Λόγου χάρη, αρκετές απόπειρες σύμπραξης μεταξύ Μετσοβιτών και Γιαννιωτών μουσικών έχουν αποτύχει, με τους μουσικούς που προέρχονται από τα Ιωάννινα να ισχυρίζονται ότι οι Μετσοβίτες μουσικοί «βαράν ανάποδα» (Κοκκώνης 2008, σελ. 52). Ωστόσο, ο μουσικός πολιτισμός του Μετσόβου δεν διαθέτει κατ’ αποκλειστικότητα τους πολύπλοκους αυτούς ρυθμούς. Η μετσοβίτικη μουσική έχει υιοθετήσει αυτούς τους πολύπλοκους ρυθμούς ως επιρροές από τον μουσικό πολιτισμό της δυτικής Μακεδονίας. Δηλαδή, στους χορούς της περιοχής της δυτικής Μακεδονίας, παρόμοια με εκείνους της περιοχής του Μετσόβου, μπορούμε να συναντήσουμε την εκτέλεση συνεχών αντιχρονισμών από τα κρουστά όργανα, καθώς επίσης και διάφορα πολύπλοκα ανισομερή μέτρα, όπως εκείνα που μετρώνται σε 11/8, ή ακόμη και σε 17/8 (Δραγούμης 2003, σελ. 197).

Άρα λοιπόν, βλέπουμε ότι τα χαρακτηριστικά στοιχεία που αναφέραμε μέχρι στιγμής, και που έχουν αναδειχθεί από πολλούς ότι συγκροτούν την μοναδικότητα του μετσοβίτικου μουσικού πολιτισμού, στην ουσία δεν φαίνεται να διασφαλίζουν αυτήν τη «μοναδικότητα» του μετσοβίτικου μουσικού πολιτισμού, καθώς όλα αυτά τα στοιχεία τα συναντάμε και στους μουσικούς πολιτισμούς άλλων περιοχών της Ελλάδας, και ειδικά, όπως είδαμε, στην δυτική Μακεδονία.

Και το ερώτημα που εύλογα μπορεί να προκύψει τώρα είναι το εξής: για ποιά «μοναδικότητα» του μετσοβίτικου μουσικού πολιτισμού μιλάμε τότε, αφού όλα τα χαρακτηριστικά του στοιχεία τα διαθέτουν και άλλοι τοπικοί μουσικοί πολιτισμοί της Ελλάδας, και ιδίως ο μουσικός πολιτισμός της δυτικής Μακεδονίας; Θα επιχειρήσω να σας δώσω με όση περισσότερη σαφήνεια γίνεται την δική μου απάντηση πάνω στο συγκεκριμένο ερώτημα.

Συγκρίνοντας τον μουσικό πολιτισμό της περιοχής του Μετσόβου και τον μουσικό πολιτισμό της δυτικής Μακεδονίας, που έχουν, όπως είδαμε, τα περισσότερα κοινά στοιχεία, μπορούμε να παρατηρήσουμε μια σημαντική διαφοροποίηση: ενώ στην μετσοβίτικη μουσική κυριαρχούν, όπως είδαμε, το κλαρίνο, το νταούλι και το ντέφι, στον μουσικό πολιτισμό της δυτικής Μακεδονίας δεσπόζουν και χάλκινα πνευστά όργανα της δυτικής ευρωπαϊκής μουσικής, όπως οι τρομπέτες, οι κορνέτες και τα τρομπόνια. Η εισαγωγή των χάλκινων αυτών πνευστών οργάνων στον μουσικό πολιτισμό της δυτικής Μακεδονίας συντελέστηκε κατά το α’ μισό του 19ου αιώνα, υπό την επιρροή των εκσυγχρονισμένων, πλέον, μουσικών μπαντών του οθωμανικού στρατού (Σαρρής 2003, σελ. 130). Συγκεκριμένα, μέσα στην περίοδο 1831-1834 ξεκίνησε, στα πλαίσια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η λειτουργία της Αυτοκρατορικής Μουσικής Σχολής (Μuzika-i Humayun Mektebi), που είχε ως στόχο να προμηθεύσει τον οθωμανικό στρατό με εκτελεστές σαλπιγκτών και τυμπανιστών με όργανα και εκπαίδευση δυτικοευρωπαϊκού τύπου, όπως προκύπτει και από την πρόσληψη, στην σχολή αυτή, του Ιταλού μουσικού Donizzetti πασά ως καθηγητή (Lewis 2001, σελ. 200).

Πράγματι, μπορούμε να πούμε ότι είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι στον μετσοβίτικο μουσικό πολιτισμό δεν συντελέστηκε παρόμοια υιοθέτηση των χάλκινων μουσικών οργάνων υπό την επιρροή των οθωμανικών στρατιωτικών μπαντών. Το Μέτσοβο αποτελούσε ένα σπουδαίο ορεινό κέντρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για πολλούς λόγους: α) στρατηγικούς, λόγω της νευραλγικής τοποθεσίας του, η οποία αποτελεί ένα πέρασμα που συνδέει μεταξύ τους την Ήπειρο, την Θεσσαλία και την Μακεδονία, β) οικονομικούς, λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της κτηνοτροφίας στην περιοχή (Συλλογικό Έργο, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΑ’, 1975, σελ.153), και γ) θρησκευτικούς, καθώς η εν λόγω περιοχή είχε καταστεί τιμάριο των δύο ιερών μουσουλμανικών πόλεων της Μέκκας και της Μεδίνας (Συλλογικό Έργο, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη, 1979, σελ. 266), την περιουσία των οποίων οι Οθωμανοί, ως ευσεβείς οπαδοί και «προστάτες» της ισλαμικής θρησκείας, πάσχιζαν με ιδιαίτερο ζήλο να διασφαλίσουν. Χαρακτηριστικό είναι ότι η οθωμανική αντιπροσωπεία, κατά τις διαπραγματεύσεις της στην Διάσκεψη του Βερολίνου του 1880 σχετικά με την παραχώρηση περιοχών της Θεσσαλίας και της Ηπείρου στο ανεξάρτητο Ελληνικό Βασίλειο, ήταν διατεθειμένη να κάνει παραχωρήσεις μόνο στις περιοχές της Θεσσαλίας, αλλά όχι και τις περιοχές της Ηπείρου, και ιδιαιτέρως όχι στην περιοχή μεταξύ Ιωαννίνων και Μετσόβου, την οποία, στην αρχική φάση των εργασιών της Διάσκεψης, οι Μεγάλες Δυνάμεις παραχωρούσαν στο Ελληνικό Βασίλειο (Ρούσσος 1975, Τόμος Δ’, σελ. 427). Στη συνέχεια της Διάσκεψης, φυσικά, η οθωμανική αντιπροσωπεία απέρριψε ηχηρά αυτές τις προτάσεις, και συνέχισε να διαπραγματεύεται πάνω σε άλλες λύσεις διαμοιρασμού των επίμαχων περιοχών.

Έτσι λοιπόν, όπως είπαμε και πριν, φαίνεται εξαιρετικά περίεργο το γεγονός ότι οι μπάντες του οθωμανικού στρατού δεν επέδειξαν την αίγλη τους σε αυτό το σπουδαίο στρατηγικό, οικονομικό και θρησκευτικό, οθωμανικό ορεινό κέντρο, σε σημείο που να εισαχθούν τα δυτικοευρωπαϊκά χάλκινα πνευστά όργανα στον μουσικό πολιτισμό της περιοχής του Μετσόβου, όπως είχαν κάνει και στην περιοχή της δυτικής
Μακεδονίας.

Η αιτιολόγηση του γεγονότος αυτού είναι απλούστατη και πρακτική, και μπορεί να ερμηνευθεί με βάση τα λόγια του αειμνήστου μουσικού ενορχηστρωτή και συνθέτη μουσικής για μπάντα Philip J. Lang σχετικά με το οργανικό σύνολο το οποίο εξυπηρετεί μια μπάντα παρελάσεως, όπως ήταν και οι οθωμανικές στρατιωτικές μπάντες. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Philip J. Lang, η οργανική σύνθεση με βάση την οποία συγκροτείται μια μπάντα παρελάσεως, υπαγορεύεται σύμφωνα με το πόσο φορητά είναι τα μουσικά όργανα, καθώς επίσης και με το πόσο κατάλληλα είναι τα όργανα αυτά για να παίξουν σε συνθήκες υπαίθρου (Lang 1993, σελ. 217). Κατά συνέπεια, έχοντας κατά νου ότι τα χάλκινα μουσικά όργανα είναι βαρύτερα και πιο ογκώδη από τα ξύλινα όργανα, μπορεί να υποστηριχθεί αρκετά ικανοποιητικά, κατά την γνώμη μου, ότι οι οθωμανικές στρατιωτικές μπάντες δεν ανέπτυξαν δράση στην περιοχή του Μετσόβου, διότι η μεταφορά των χάλκινων μουσικών οργάνων σε μια περιοχή που βρίσκεται σε ένα τόσο μεγάλο υψόμετρο θα ήταν εξαιρετικά επίπονη για τους μουσικούς της στρατιωτικής μπάντας, και, συνακόλουθα, οι μουσικοί της στρατιωτικής μπάντας θα ήταν τόσο εξουθενωμένοι από το κουβάλημα των χάλκινων οργάνων σε ένα τόσο μεγάλο υψόμετρο, ώστε δεν θα μπορούσαν έπειτα να εκτελέσουν τα μουσικά τους καθήκοντα. Έτσι λοιπόν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς το γεγονός ότι τα χάλκινα μουσικά όργανα δεν εισήχθησαν στον μουσικό πολιτισμό της περιοχής του Μετσόβου μέσω των οθωμανικών στρατιωτικών μπαντών, όπως έγινε στην δυτική Μακεδονία. Τελικά, ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι, σε γενικές γραμμές τουλάχιστον, ο μετσοβίτικος μουσικός πολιτισμός αποτελεί ένα είδος εμβρυακής μορφής του μουσικού πολιτισμού της περιοχής της δυτικής Μακεδονίας, καθώς α) διαθέτει τραγούδια στην βλάχικη διάλεκτο, όπως υπάρχουν και σε ορισμένες περιοχές της δυτικής Μακεδονίας, β) διαθέτει ξύλινα πνευστά και κρουστά όργανα τα οποία συναντάμε και στην δυτική Μακεδονία (κλαρίνο, νταούλι, ντέφι), καθώς και γ) τα μετσοβίτικα τραγούδια διαθέτουν την πολύπλοκη ρυθμολογία από την οποία χαρακτηρίζονται και τα τραγούδια της δυτικής Μακεδονίας. Το μόνο σημείο στο οποίο δεν ακολούθησε ο μετσοβίτικος πολιτισμός τον μουσικό πολιτισμό της δυτικής Μακεδονίας είναι η χρήση των χάλκινων πνευστών μουσικών οργάνων, με αποτέλεσμα η μετσοβίτικη μουσική να διαθέτει ηπιότερα ηχοχρώματα μόνο από ξύλινα και κρουστά όργανα, σε αντίθεση με την μουσική της δημοτικής Μακεδονίας, στην οποία τα χάλκινα πνευστά όργανα προσδίδουν πολύ εντονότερα ηχοχρώματα, καθώς επίσης και ένα μεγαλόπρεπο και στομφώδες ύφος.

Έτσι λοιπόν, οι ιθύνοντες και οι φορείς της περιοχής του Μετσόβου θα πρέπει να λάβουν υπ’ όψιν τους όλα αυτά τα στοιχεία, προκειμένου να τα αξιοποιήσουν για την επιθυμητή διαφύλαξη του μετσοβίτικου μουσικού πολιτισμού. Μάλιστα, η ίδρυση φιλαρμονικής στο Μέτσοβο, ένας στόχος που έχει τεθεί από την Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου Μετσόβου, πιστεύω ότι μπορεί να συμβάλει τα μέγιστα στην διαφύλαξη του μετσοβίτικου μουσικού πολιτισμού, αρκεί βέβαια, για τους λόγους που αναφέραμε, να επικεντρωθεί στην άντληση γραπτού ρεπερτορίου δημοτικής μουσικής από περιοχές της δυτικής Μακεδονίας, και όχι από άλλες περιοχές της Ηπείρου.

Επίσης, με την ίδρυση φιλαρμονικής στο Μέτσοβο, πρόκειται να συντελεστεί αναπόφευκτα και η εισαγωγή των χάλκινων πνευστών οργάνων στον μουσικό πολιτισμό του τόπου, πράγμα το οποίο θα δώσει, κατά την γνώμη μου, μια νέα δυναμική στην μετσοβίτικη μουσική, με νέα ηχοχρώματα και με νέες, ισχυρότερες εντάσεις. Μια τέτοια «εισβολή» των χάλκινων πνευστών μουσικών οργάνων στην μετσοβίτικη μουσική θα σημάνει την ολοκλήρωση του φαινομένου εκείνου που, όπως αναλύσαμε παραπάνω, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ στον μουσικό πολιτισμό της περιοχής του Μετσόβου κατά την διάρκεια της περιόδου της Τουρκοκρατίας, παρά μόνο στον μουσικό πολιτισμό των πιο προσιτών, για τις μπάντες του οθωμανικού στρατού, περιοχών της δυτικής Μακεδονίας. Οπότε, κατά την γνώμη μου, τυχόν εισχώρηση των χάλκινων πνευστών μουσικών οργάνων στον μουσικό πολιτισμό του Μετσόβου δεν συνιστά σε καμία περίπτωση κάποιου είδους απειλή για την μετσοβίτικη μουσική. Τουναντίον, με την ευεργετική αυτή εισχώρηση, η μετσοβίτικη μουσική πρόκειται αναμφίβολα να ανανεωθεί και να τονωθεί.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Δραγούμης, Μ., «Η γεωγραφία του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού», στο: Ν. Γράψας κ.ά., Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού. Τόμος Γ’: Ελληνική Μουσική Πράξη: Λαϊκή Παράδοση – Νεότεροι Χρόνοι, ΕΑΠ, Πάτρα 2003, σ.σ. 191-214.
2) Ζώης, Δ. Γ., Τα κρουστά του Μετσόβου. Ο Μετσοβίτης μουσικός Σωτήρης Μπάος, Μεταπτυχιακή Εργασία, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Μουσικών Σπουδών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, Ιανουάριος 2020.
3) Κοκκώνης, Γ., Μουσικός χάρτης του Ελληνισμού. Μουσική από την Ήπειρο, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2008.
4) Lang, Ph. J., Ενοργάνωση – Ενορχήστρωση Μπάντας, μτφρ. Κ. Νάσος, Δεύτερη Έκδοση, Εκδόσεις Νάσος, Αθήνα 1993.
5) Lewis, B., Η ανάδυση της σύγχρονης Τουρκίας, Τόμος Ι, μτφρ. Π. Κωνσταντέας, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2001.
6) Ρούσσος, Γ., Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. 1826-1974, Τόμος Τέταρτος, Ελληνική Μορφωτική Εστία, Αθήνα 1975.
7) Σαρρής, Χ., «Ελληνικά παραδοσιακά και λαϊκά όργανα», στο: Ν. Γράψας κ.ά., Τέχνες ΙΙ: Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού. Τόμος Γ’: Ελληνική Μουσική Πράξη: Λαϊκή Παράδοση – Νεότεροι Χρόνοι, ΕΑΠ, Πάτρα 2003, σ.σ. 97-139.
8) Συλλογικό Έργο, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τόμος ΙΑ’: Ο Ελληνισμός υπό την ξένη κυριαρχία (περίοδος 1669-1821). Τουρκοκρατία – Λατινοκρατία, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1975.
9) Συλλογικό Έργο, Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Γιοβάνη, Τόμος 14, Εκδοτικός οίκος Χ. Γιοβάνη, Αθήνα 1979.

Παρασκευάς-Μάριος Ι. Τουρτούνης: Εκτελεστής – Καθηγητής Τρομπέτας Μαρκόπουλο Μεσογαίας

  • Στη φωτογραφία… Στα αριστερά παραδοσιακή μετσοβίτικη κομπανία, στα δεξιά ο κ. Παρασκευάς-Μάριος Τουρτούνης, εκτελεστής και καθηγητής τρομπέτας

Σχετικές δημοσιεύσεις