Το δημοτικό μας τραγούδι

0

Το δημοτικό τραγούδι είναι δημιούργημα του ίδιου του λαού μας , κομμάτι από τη δική του ζωή με ανώνυμους δημιουργούς , αναπόσπαστο κομμάτι της λαϊκής μας παράδοσης, που ζυμώθηκε ιδιαίτερα με τη νεώτερη ελληνική ιστορία, με κύριο σταθμό την περίοδο της ελληνικής επανάστασης του 1821.
Πολλά από τα δημοτικά μας τραγούδια είναι δημιουργήματα αγροτικών κοινωνιών και εκφράζουν τα βιώματά τους , τις ιδέες τους και τα συναίσθηματά τους . Έτσι , ανάλογα με το θέμα που είχε το κάθε τραγούδι, οι λαογράφοι μας τα έχουν χωρίσει σε τρεις βασικές κατηγορίες :

Α) τραγούδια που αναφέρονται σε διάφορες εκδηλώσεις της ζωής όπως ερωτικά, νυφιάτικα, νανουρίσματα, παιδικά, της ξενιτιάς, μοιρολόγια, εργατικά κ.ά.,

Β) Ιστορικά τραγούδια , στα οποία ανήκουν δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα ή σε ιστορικές στιγμές , όπως τα ακριτικά , κλέφτικα κ.α.

Γ) Παραλογές. Παραλογές λέγονται τα αφηγηματικά τραγούδια με θέμα δραματικές περιπέτειες της ζωής, με αλήθειες ή φαντασία .

Οι τρεις κατηγορίες των δημοτικών μας τραγουδιών συνδυάζουν τη λαϊκή ποίηση με τη μουσική και το χορό Και συντρόφεψαν το λαό μας σε λύπες και χαρές, στη δουλειά , σε γλέντια, γιορτές, ακόμα και στο θάνατο. Στους γάμους ,σε γλέντια σε γιορτές διασκέδαζαν τραγουδώντας δημοτικά τραγούδια και χορεύοντας τους παραδοσιακούς χορούς , τον καλαματιανό και τον τσάμικο, τον συρτό στα τρία και παρά πολλούς άλλους δημοτικούς χορούς της πατρίδας μας.

Παλιότερα όταν ένα τραγούδι ξεπερνούσε τα όρια μιας κοινότητας και τραγουδιότανε και σε άλλες περιοχές , πολλές φορές το τραγουδάγανε και με παραλλαγές .

Τραγουδούσανε δηλαδή το τραγούδι με μικρές διαφοροποιήσεις από το πρωτότυπο. Έτσι έγινε και με τα καλαματιανά τραγούδια που με διαφορές παραλλαγές τα τραγουδάγανε σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Πελοποννήσου . Σε όσα από αυτά τα τραγούδια ήταν χορευτικά , το μόνο που δεν τροποποιήθηκε και έμεινε αναλλοίωτο από το από το πέρασμα του χρόνου , τα βήματα του χορού που τα χόρευαν .
Μια μικρή απόδειξη είναι και το παρακάτω τραγούδι με τίτλο να χαμήλωναν τα βουνά :
Να χαμπηλώναν τα βουνά, να ψήλωναν οι κάμποι,
θάλασσα πλατειά, κακούργα ξενιτιά.
Για ν’ αγναντέψω το Μοριά, να ειδώ την Καλαμάτα,
θάλασσα περνώ, μα δε σε λησμονώ.
Να ‘βλεπα την αγάπη μου, πώς στρώνει πώς κοιμάται,
έβγα να σε ειδώ, να παρηγορηθώ.
Σαν τι ματάκια την κοιτούν και τα δικά μου κλαίνε,
θάλασσα πλατειά, κακούργα ξενιτιά.

Leave A Reply